Η Θεία Ερασμία και το Φάντασμα των Χριστουγέννων

“And did you really walk,” said I,
“On such a wretched night?
I always fancied Ghosts could fly –
If not exactly in the sky,
Yet at a fairish height.”

“It’s very well,” said he, “for Kings
To soar above the earth:
But Phantoms often find that wings –
Like many other pleasant things –
Cost more than they are worth.”

Lewis Carroll – Phantasmagoria – Canto III – Scarmoges

Όλοι είχαμε στα μικράτα μας ένα θείο/θεία, μεγάλης ηλικίας, που αποτελούσε τον πάτερ-φαμίλια της οικογένειας. Για μας, η θεία αυτή ήταν η θεία η Ερασμία. Ξερακιανή, αριστοκρατικής καταγωγής, χήρα στρατηγού, συνταξιούχος του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, καλοβαλμένη και πλουσία, αυτό που θα λέγαμε σήμερα “γριά πολυτελείας”.

Η θεία αυτή δεν ήταν ακριβώς θεία. Δηλαδή, θεία ήτανε, αλλά για να βρεις τη γραμμή αίματος έπρεπε να πάρεις το τρόλεϊ να κατέβεις Κολιάτσου, να πάρεις λεωφορείο, να βγεις Νερατζιώτισσα κι από εκεί προαστιακός και βλέπουμε. Σαν αυτό το “it’s complicated” που λέμε στο φέισμπουκ, αλλά αντί να το βάλεις στη σχέση, κότσαρέ το εσύ στη συγγένεια.

Όμως η θεία, “άλλον δεν είχε, εμάς είχε” και είχε και μια ιστορία πονεμένη – “έφυγε” ο δύστυχος ο άντρας της το εξηντατρίο από κοκκίτη – και την άφησε μόνη και έρημη, με κληρονομιά την αγάπη του, ένα τριάρι στο Κολωνάκι, κάτι ψωροχιλιάρικα στην Εθνική Τράπεζα, κάτι μετοχές, κάτι ομόλογα και το μισό Λεκανοπέδιο, αυτά τα ολίγα, νάχει η δόλια η Ερασμία να πορεύεται, χήρα γυναίκα.

Αλλά η θεία ήτανε σπαθί και μετά τον αδόκητο θάνατο του συζύγου, αντί να ξαναπαντρευτεί, αποφάσισε να πάρει κάτω από τη φτερούγα της όλη την οικογένεια. Πήρε λοιπόν τα ανήψια της – τη μάνα μου και τα αδέρφια της από το χωριό – τα έντυσε, τα τάισε, τα σπούδαξε, τα έκανε ανθρώπους.

Κι αφού όλους τους ταχτοποίησε και τους πάντρεψε, η θεία η Ερασμία συνέχισε να μας φροντίζει όλους, ανήψια και μικρανήψια. Και βεβαίως, όλη η οικογένεια, έβλεπε την Ερασμία και της βαρούσε προσοχές. Γιατί, καλή-χρυσή η Ερασμία, αλλά τις παραξενιές της τις είχε.

Αγέλαστη, αυταρχική, αντιρρήσεις πολλές δε σήκωνε, ήθελε να της μιλάς με το “σεις” και με το “σας”, να της κάνεις ρεβεράντζες, να την καλείς Χριστούγεννα – Πάσχα – Γιορτές και να την μπαστακώνεις στην κεφαλή του τραπεζιού, να τη σερβίρεις πρώτη, στης Αγίας Ερασμίας να κουβαλιέσαι σπίτι της για προσκύνημα, ξέρετε τώρα, αυτά τα μικρά, τα απλά, που σιγά σιγά σε αναδεικνύουνε σε ψυχή της παρέας.

Φυσικά, όπως έμαθα αργότερα, άμα είσαι γέρος, παράξενος και φτωχός είσαι βασικά γεροντοπαράξενος, ενώ άμα είσαι γέρος, παράξενος και πλούσιος, είσαι βασικά γεροντοπλούσιος, γιατί το “πλούσιος” λιώνει το “παράξενος” όπως η πέτρα το ψαλίδι στο γνωστό παιχνίδι το παιδικό.

Εδώ να σημειώσω, ότι η άλλη πλευρά του σογιού – η μεριά του πατέρα μου – την Ερασμία δεν την εγούσταρε καθόλου. Ίσως γιατί και εκείνοι, ως σόι, είχαν και αυτοί μια τέτοια θεία, αλλά – θες δεν την προσέξανε, θες δεν είχε γερή κράση – τους πέθανε αρχάς δεκαετίας του ’70 και τα άφησε όλα στας εκκλησίας και τας μονάς και μείνανε οι άνθρωποι δίχως θεία, δίχως αγάπη, δίχως μετοχάς, δίχως λεκανοπέδιο, μπατηράκια ορφανά και καταφρονεμένα.

Ο πατέρας μου δε, κάθε φορά που ήτανε να έρθει σπίτι η Ερασμία, έτρωγε τα κάγκελα. Αλλά επειδή ήταν μούρη μαφιόζικη και αλάνι μεγάλο, έκανε και καλά ότι δεν τον πείραζε.
Και γκρίνιαζε για οτιδήποτε άσχετο:
“Χάλασε το ξενόκουμπο, το Χριστό του”, “κόπηκα στο ξύρισμα, τη γρουσουζιά μου μέσα”,
τέτοια άκυρα, απλώς για να περάσει το μήνυμα.
Το έπιανε η μάνα μου
“άρχισες πάλι?”,
αυτός τον Αλέκο “Μα να μου σπάσει το ξενόκουμπο?”,
όρμαγε εκείνη στο ψαχνό “Αν δε θες να έρθει η Ερασμία, να το πεις ευθέως κύριε”,
χαζός αυτός, τσίμπαγε “Ναι ρε, δε θέλω να έρθει η κωλόγρια, τι να κάνουμε?”,
“Σκάσε, ακούει και το παιδί”,
(πράγματι, η αλήθεια να λέγεται, τότε άκουγα, τώρα δεν πολυακούω),
συνέχιζε η μάνα “Δημητράκη δε μου τα λες καλά, ξέρεις πόσο μας έχει βοηθήσει η θεία η Ερασμία”,
βαπόρι ο Δημητράκης “Και επειδή βοηθάει, θα κάτσουμε να μας πηδήξει?”, έβγαζε η μάνα το υπερόπλο “Εμένα ένα πουλάκι μου σφύριξε ότι σχεδιάζεις να τη δαγκώσεις την Ερασμία, να σε βοηθήσει με την περίφραξη στον ελαιώνα, ψέματα είναι?”,
μούγκα ο μπαμπάς, ξεροκατάπινε τις παναγίες,
“Α, εντάξει είναι το ξενόκουμπο, το έφτιαξα”,
του έβγαινε του ανθρώπου ο συναισθηματισμός και μαλάκωνε κάπως η κατάσταση.

Έτσι λοιπόν, η θεία η Ερασμία ήταν επί χρόνια για την οικογένεια, ότι είναι οι πετρελαιοπηγές για το Κουβέιτ. Είναι κατά βάση άσχημες, προκαλούν ρύπανση και καταστρέφουν το περιβάλλον, αλλά δυστυχώς χωρίς αυτές θα ήσουν ακόμη στην έρημο να περιμένεις να περάσει η γκαμήλα, μπας και της πέσει κανάς χουρμάς, να λιγδώσουν τα μέσα σου.

Και για νάμαστε ειλικρινείς, ούτε εμείς οι πιτσιρικάδες την χωνεύαμε την Ερασμία. Κάθε Χριστούγεννα, μας ετοιμάζανε όλους, αδέρφια ξαδέρφια, όλη την πιτσιρικαρία, να πάμε να της πούμε τα κάλαντα. Εμένα μου φοράγανε ένα κίτρινο ζιβάγκο μάλλινο, που μου το είχε φέρει η Ερασμία από το Λονδίνο 3 νούμερα μεγαλύτερο (να το ευχαριστηθείς, να το φοράς και στο Γυμνάσιο), που τσίμπαγε χειρότερα κι από τσούχτρα Ξυλοκάστρου. Μου πατικώνανε και το μαλλί χωρίστρα στο πλάι, πτού-πτού κούκλος είσαι, φτυστός ο Νίκος Γαλανός, στο πιο ρομά του. Μας χώνανε όλους σε ένα αυτοκίνητο και άρχιζε καθοδόν το κήρυγμα η μάνα μου. “Να είστε φρόνιμοι. Να τα λέτε δυνατά τα κάλαντα, γιατί δεν ακούει. Να μη βρίζετε, να μην τσακώνεστε, να μήν κλάνετε”, να μην σας τα πολυλογώ, σκεφτείτε εσείς ένα ρήμα, βάλτε και ένα “μην” μπροστά και μέσα είσαστε.

Μπαίναμε που λες στο σπίτι της Ερασμίας στο Κολωνάκι, πιάτο μπροστά στο παράθυρο από Μονή Πετράκη μέχρι Υμηττό, χαμηλωμένα τα φώτα, ένα σκηνικό καραγκιόζ μπερντέ, η Ερασμία στο σαλόνι καθιστή στη μεγάλη την πολυθρόνα, ντυμένη-σενιαρισμένη-κορδωτή, εμείς με τα τριγωνάκια όρθιοι, νυσταγμένοι, χεσμένοι, να ξεκινάμε τα κάλαντα, να κρυφογελάμε με τον ξάδερφο, τσίμπο από πίσω η μάνα “σκούστε και τραγουδάτε”, η Ερασμία αγέλαστη, το πρόσωπο ατάραχο, ακίνητο, σαν νάχε κάνει μπότοξ πριν το μπότοξ, τελειώνανε τα κάλαντα, χειροκροτούσανε οι γονέοι περήφανοι, και του χρόνου με υγεία, να ζήσετε θεία κι άλλα τέτοια χριστουγεννιάτικα.

Μετά το κάλαντο, πλησιάζαμε εμείς ένας-ένας τη θεία, εκείνη μας χάιδευε στο κεφάλι, μας φιλούσε στο μέτωπο και μας έδινε από ένα φάκελο. Μέσα είχε μια καρτ βιζίτ με την ευχή “καλή πρόοδο στα μαθήματα, καλή χρονιά” και βεβαίως χρήμα ζεστό και μπόλικο. Εσύ που όλη τη χρονιά δεινοπαθούσες να βρεις ένα πενηντάρικο (σε δραχμάς) για να πάρεις το αλμπουμάκι με τα αυτοκόλλητα των ποδοσφαιριστών της figurino panini, τώρα με ένα κάλαντο είχες τόσα λεφτά, που μπορούσες να πας στον Πανιώνιο και να ζητήσεις δανεικό τον Αναστόπουλο.

Πρέπει να ομολογήσω ότι αυτό το φακελάκι για πολλά χρόνια αποτελούσε μεγάλη σπαζοκεφαλιά. Δεν μπορούσα να καταλάβω, αν αυτό το φακελάκι αποτελούσε κίνητρο για να την αγκαλιάσω, ή εμπόδιο για να μην τη γαμωσταυρίσω.

Αντίστοιχα διλήμματα μάλλον είχαν παρεισφρύσει και στην οικογένεια από την πλευρά της μάνας μου. Από τη μία η γιαγιά μου – ένας άγγελος με γαλάζια μάτια, που σε αγκάλιαζε με ένα της βλέμμα – η οποία, αν και αναγνώριζε πλήρως ότι χάρη στην Ερασμία τα παιδιά της σπουδάσανε στας Αθήνας, δεν έχανε ευκαιρία να μου κλείνει πονηρά το μάτι, ειδικά όταν η Ερασμία μου έκανε παρατήρηση, σα να μου λέει “χέστηνα μωρέ τη μαλακισμένη”. Στο ίδιο μήκος κύματος και ο αδερφός της μάνας μου, ο θείος ο Τζιμάκος, επίσης ελέω Ερασμίας σπουδαχθείς, ο οποίος άκουγε Ερασμία κι έβγαζε φλύκταινες. Δε χρειάζεται να σας πω φυσικά, ότι ο Τζιμάκος και η Γιαγιά λατρεύονταν από την πιτσιρικαρία ως τοτέμ, για χίλιους και έναν λόγο, με τον έναν να είναι σίγουρα η απροκάλυπτη αντιπάθειά τους προς την Ερασμία.

Ερασμία με γαλάζια μάτια
* Η Ερασμία (με γαλάζια μάτια, για ερασμιακούς)

Έτσι, η οικογένεια είχε χωριστεί σε δύο εχθρικά στρατόπεδα. Τους Ερασμιακούς και τους Αντιερασμιακούς. Στους Ερασμιακούς θα τοποθετούσα κυρίως τη μάνα μου, την αδερφή της κι ίσως και κανα δύο ακόμα από το σόι της, ενώ οι Αντιερασμιακοί περιλάμβαναν το σόι του μπαμπά συγκούρδουλο, συν την πιτσιρικαρία ανεξαρτήτως σογικής προέλευσης, σύν τους δύο αποστάτες, τον Τζίμη και τη Γιαγιά.

ANTIERASMIAKOI

** Η Ερασμία (για αντιερασμιακούς)

Κάθε Χριστούγεννα γινόταν ένα μεγάλο οικογενειακό τραπέζι, στο οποίο παρίσταντο όλα τα σόγια. Στο μενού υπήρχε πάντα αρνί, γιατί το λάτρευε η Ερασμία (και το μισούσαμε εμείς οι μικροί). Η Ερασμία στην κορυφή του τραπεζιού και φυσικά εσερβίρετο πρώτη. Μάλιστα, η μάνα μου της έβαζε στο πιάτο της και το κεφάλι του αρνιού και όλο το σόι καθόμασταν και κρυφοκοιτάζαμε την Ερασμία σιωπηλοί, για τον τρόπο που άνοιγε το κεφάλι, κατάπινε τον εγκέφαλο, ρουφούσε τα μάτια, έτρωγε την γλώσσα και μετά σκουπιζόταν “ακουμπιστά” με την πετσέτα την κολαρισμένη, για να μη χαλάσει το κραγιόν.

Όσο η Ερασμία ήταν παρούσα, ελάχιστες κουβέντες ανταλλάσσονταν. Ευτυχώς για όλους, όμως, η Ερασμία έφευγε πάντα νωρίς και πρώτη από την οικογενειακή γιορτή. Οι κακές γλώσσες έλεγαν – και δεν ήταν λίγες (ποτέ δεν είναι) – ότι, επειδή τα είχε με έναν γέρο κοσμοπολίτη αρχιτέκτονα, τον οποίο όμως ποτέ δεν εμφάνιζε – δεν ήτο πρέπον – μάλλον πήγαινε να τον βρει. Στα τελευταία χρόνια του βίου της βέβαια, καθόταν μέχρι αργά, γιατί ο αρχιτέκτων απεβίωσε και αυτός, ή την παράτησε, κανείς δε ξέρει.

Μόλις έφευγε η Ερασμία, ξεκινούσε το πάρτι. Ο Τζίμης ξεκινούσε τα τραγούδια – ξεκινώντας σχεδόν πάντα με το “Κάθε βράδυ πάντα λυπημένη” – τυχαίο? δε νομίζω – συνέχιζε η γιαγιά με “τα παιδιά της γειτονιάς σου” και το γλέντι δεν είχε τέλος. Κατεβαίνανε τα κρασιά και τα Τζόνι σα νερό, να μούζικες, να γέλια, να χοροί, ένα πάρτι στο οποίο Ερασμιακοί και Αντιερασμιακοί γινόντουσαν ένα.

Στη διάρκεια ενός τέτοιου οικογενειακού τραπεζιού, η Ερασμία έπαθε εγκεφαλικό. Έμεινε δυο μήνες νοσοκομείο, βγήκε, ανατσουτσούρωσε, άρχισε πάλι να περπατάει, έστω δύσκολα, να μιλάει, και νάτη πάλι τούμπανο, να τρώει κεφαλάκι στα οικογενειακά τραπέζια.

Παρέμεινε ακμαία τουλάχιστον για μια τριετία, ώσπου αρρώστησε πάλι, με αρρώστια βαριά και ασήκωτη. Την βάλαμε στο νοσοκομείο – “γιατρέ, σώστε την, κάντε ότι μπορείτε” η μάνα μου – ο γιατρός, “πολύ θα ήθελα να βοηθήσω, μαντάμ, αλλά η κυρία είναι βαριά και τόχει βάλει πλώρη να πεθάνει”, μη σας τα πολυλογώ, μας λέει ο γιατρός, βάλτε τη σε ένα μονόκλινο, είναι θέμα ωρών, να πεθάνει ήσυχα.

Η μάνα μου με τα μάτια να τρέχουν, πιάνει τον θειό μου τον Τζίμη, εγώ κολαούζος δίπλα, “Κανόνισε κακομοίρη μου, πάρε τον μικρό και πήγαινέ τον να πάρετε μαύρες γραβάτες. Η Ερασμία πεθαίνει. Πάει να βρει τη Γιαγιά (αν το άκουγε αυτό η Γιαγιά, πρέπει να τρίζαν τα κόκκαλά της). Μη πάρεις τίποτα πλουμιστές, σε έσκισα”.

Θα παραλείψω να σας περιγράψω το γέλιο που ρίξαμε με τον θειό μου, όταν διαλέγαμε μαζί γραβάτες στη Σταδίου, θα σας πω μόνο ότι μπήκε στου Τζανέτου, πήρε μια γραβάτα που θα τη φόραγε μόνο ο Τζανετάκος στη Barbarella, με λουλούδια κόκκινα, την τύλιξε γύρω από το κεφάλι του και με ρωτούσε κάνοντας πιρουέτες “αυτή ρε μαλάκα πώς σου φαίνεται?”

GRAVATES

*** Γραβάτες για κηδείες

Γυρίσαμε θριαμβευτές στο νοσοκομείο, με τα μαύρα τα γραβατάκια μας στη σακούλα, τα οποία πέρασαν επιθεώρηση από τη μάνα μου, εγκρίθησαν και ανακυρήχθηκαν σε επίσημο ένδυμα της επερχόμενης κηδείας.

Όμως, όπως σας έχω ξαναπεί, στο Ζευγολατιό λέμε “Lord works in mysterious ways” και η ζωή τόχε βάλει γινάτι να μας το αποδείξει. Πέρασαν οι ώρες, οι μέρες και η Ερασμία δεν πέθαινε. Επανήλθε ο ιατρός, “σαν να τη βλέπω καλύτερα, δεν την πάτε πίσω στο τρίκλινο, γιατί αντί να πεθάνει αυτή από το σηκώτι της, θα πεθάνετε εσείς από εγκεφαλικό όταν δείτε το λογαριασμό για το μονόκλινο”, πρακτικός άνθρωπος ο γιατρός, πίσω στο τρίκλινο η Ερασμία, να περνάνε πάλι οι μέρες, οι βδομάδες, τσουπ, νάτος πάλι ο γιατρός ο σπουδαγμένος “παιδιά, strange as it may seem, η θεία σας τη γλίτωσε. Φορτώστε την στο αμάξι και πάρτε την σπίτι.”

Μόλις όμως η Ερασμία γύρισε από τον κάτω κόσμο στον πάνω, συνέβη το αναπάντεχο. Αρρώστησε ο Τζιμάκος. Άσχημα. Ένα βράδυ στην εντατική, αυτός ερείπιο, σκάσαμε οι δυό μας κρυφά ένα τσιγάρο και μου ψιθύρισε “Μικρέ κάναμε μαλακία. Έπρεπε να πάρουμε την πλουμιστή.” Είχε δίκιο. Μια βδομάδα μετά, φορούσα την μαύρη γραβάτα που πήραμε μαζί για την κηδεία της Ερασμίας στην κηδεία του.

Από την μέρα εκείνη της κηδείας, κάθε οικογενειακό τραπέζι και μάζωξη κόπηκαν μαχαίρι. Και συνέβη και το εξής παράξενο: Οι πρώην Ερασμιακοί άρχισαν να επιδεικνύουν μια διακριτική αδιαφορία ως αντιπάθεια προς την Ερασμία, οι δε Αντιερασμιακοί σαν να μαλάκωσαν, “έλα μωρέ, μεγάλη γυναίκα, πάμε μια βόλτα να δούμε πως είναι.”

Κόπηκαν επίσης μαχαίρι και οι χριστουγεννιάτικες επισκέψεις για τα κάλαντα. Κάποια Χριστούγεννα, εγώ πλέον κοντά στα 30, πέρναγα ρεμάλι από τη Χάριτος και πώς μου ήρθε, λέω, δε πάω μια βόλτα από την Ερασμία. Μου άνοιξε η κυρία που την πρόσεχε.

Προπαραμονή Χριστουγέννων. Η Ερασμία, τυλιγμένη σε μια κατάλευκη γούνα, να κάθεται στην μεγάλη την πολυθρόνα. Τα φώτα χαμηλωμένα, το παράθυρο λίγο ανοιχτό, να κουνιέται η κουρτίνα, ένα σκηνικό σαν να μην είμαστε μόνο οι δυο μας στο δωμάτιο. Με κοίταζε επίμονα και κάτι μουρμούριζε. Ήταν η πρώτη φορά που παρατήρησα ότι είχε γαλάζια μάτια. Τα ίδια γαλάζια μάτια, που είχε η Γιαγιά. Πλησίασα κοντά. Όσο την πλησίαζα, το μουρμουρητό δυνάμωνε, τα μάτια πιο γαλάζια κι από ουρανό, η φωνή γινόταν στεντόρια, καθαρή. Τραγουδούσε. Τραγουδούσε το “Σούρουπο με Συννεφιά”.
Την πήρα αγκαλιά και το τραγουδήσαμε μαζί.
Αυτή Μαρίκα Νίνου και εγώ Κακοφωνίξ στις δεύτερες.
Τελειώνοντας, αντί για φακελάκι, μου έδωσε ένα φιλί.
Καλή της Ώρα.

MHTSAKIS

**** Σούρουπο με συννεφιά, παρέα με το Μητσάκη

1. Όλες οι ζωγραφιές δια χειρός μάτζικος του αδερφού Βασίλη Γιοκουσκουμτζόγλου. Όλα μολύβι, παστέλ και γκουάς, σε χαρτί πολυτελείας. Γιατί ιστορία χωρίς ζωγραφιά, είναι Ερασμία χωρίς Χριστούγεννα
2. Μουσική υπόκρουσις: Σούρουπο με συννεφιά – Μητσάκης / Νίνου

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

%d bloggers like this: