Η ΦΑΝΟΥΡΟΠΙΤΑ

“Παρά να καταπίνω 300 χρόνια ψοφίμια, καλύτερα να πιω μια φορά ζεστό αίμα, και για τα παρακάτω έχει ο Θεός, είπε ο αητός στο κοράκι”

A. Τσέχοφ

– Α, εγώ την φανουρόπιτα τη φτιάχνω με τον παραδοσιακό τρόπο. Όπως μου την έμαθε η μάνα μου: 7 υλικά θα βάζεις, μου έλεγε, όσα και τα μυστήρια της Εκκλησίας: αλεύρι, ζάχαρη, λάδι, κονιάκ, χυμό πορτοκάλι, κανέλα και σόδα.
– Σωστά. Γιατί αν είχε βότκα αντί για κονιάκ, θα ήτανε σκρουντράιβερ σε κεκ.
– Άσε τις εξυπνάδες και πιάσε μου τη σόδα.
– Και τι ελπίζεις να σου φανερώσει η πίτα, ρε θεία ;
– Δε σε αφορά. Άσε που, άμα στο πω, δε θα πιάσει.
-Έχεις δίκιο, άσε μην πάει στράφι όλο το μάστερ σεφ.

Άναψα τσιγάρο και έκανα ότι χαζεύω στο κινητό.
Η φαινομενική αδιαφορία αποτελούσε υπερόπλο σε χαρακτήρες σαν της θείας.

– Κι αν σου το έλεγα ρε κωλοπαιδο, πού ξέρω ότι δε θα με άρχιζες στην καζούρα;
– Το μόνο σίγουρο.
– Αν, ας πούμε, σου έλεγα ότι θέλω να βρω γκόμενο, πώς θα σου φαινόταν;
– Παίζει και για τέτοια φάση η φανουροπιτα; ρώτησα με ανανεωμένο ενδιαφέρον
– Δεν ξέρω, δεν το έχω δοκιμάσει μέχρι τώρα
– Γιατί; Μέχρι τώρα έβρισκες και μόνη σου;
– Αμε μου στο διάλο, ρε σαχλαμάρα.
– Δηλαδή, με το θείο, δεν..;
– Ο θείος σου.. ο θείος σου είναι μαλάκας. Πάντα ήτανε εδώ που τα λέμε, μην κοιτάς που εγώ στραβώθηκα και τον πήρα. Άσε που τώρα με το σάκχαρο, πιο εύκολα θα σηκωθεί η Ελληνική σημαία στην Αγιά Σοφιά, παρά η μαλαπερδα του μπάρμπα σου. Ανακάτευε, γιατί θα κολλήσει. Και τι νομίζεις, νέα γυναίκα είμαι και εγώ, 62 χρονώ – δεν την ανακατεύεις καλά, μεγάλους κύκλους, αλλιώς σβολιάζει – τι θα κάνω; Πάρε το τσιγάρο από πάνω, θα πέσει στάχτη.
– Σκέφτεσαι δηλαδή να χωρίσεις ;
– Παιδάκι μου, είσαι μαλάκας; Άκουσες τι σου είπα; Άντρα έχω. Γκόμενο θέλω να βρω. Αυτά τα κάμελ, είναι βαριά; Για δώσε μου να δοκιμάσω, πωπω, στούκας είναι, πώς τα καπνίζεις, κόφτο τώρα που είσαι μικρός.
– Να σου θυμίσω ότι είμαι 50.
– Και εγώ 65, τι θες να μου πεις δηλαδή, ότι είμαι γριά για γκόμενο;
– Πριν 2 λεπτά ήσουν 62.
– Δηλαδή στα 62 μπορώ να βρω γκόμενο και στα 65 σταφίδιασα; Θέλει λίγο αλεύρι ακόμα, ζουμί την έκανες. Το ξέρεις κύριε μου, που όλο κοροϊδεύεις, ότι ο Tζακ, ναι, όπως το ακούς, ο Τζακ, εδώ και μήνες όλο με τριγυρνοβολάει? Να κουβέντες, να κοπλιμέντα, να “πώς σου πάει το μαλλί το σαντρέ”, στράκες η θεία σου, μικρέ, στράκες!
– Ποιός Τζακ? τραύλισα εγώ.
– Ποιός Τζάκ ρωτάει το μαλακισμένο. Ο Τζακ, ο Τζακ που έχει τον ξενώνα στην παραλία, ο αμερικάνος ντε, που φοράει τα ανοιχτά τα πουκάμισα.. αναστέναξε η θεία.
– Ποιός Τζακ, ρε θεία, ποιος Αμερικάνος, ποιά πουκάμισα, μήπως λες τον Κατσίγιαννη, γιατί αυτός πρώτον είναι Ιάκωβος και δεύτερον ήταν συμμαθητές με την αδερφή σου στο Ζευγολατιό, τι αμερικάνος και μαλακίες μου λες.
– Αμερικάνος, 40 χρόνια στην Καλιφόρνια έζησε ο Τζακ όταν έφυγε από τη Βόχα, και τώρα γύρισε, γύρισε ο Τζακ μου…σαν παραμύθι μου φαίνεται..
– Και δηλαδή, τώρα που γύρισε ο Τζακ, αποφάσισε να σου δείξει τη φασολιά του?
– Κι αν σου πω ότι μου την έχει δείξει ήδη, τι θα μου έλεγες?
Για μια στιγμή κοκκάλωσα και την κοιτούσα με το βλέμμα του Στάθη Ψάλτη, όταν βλέπει την λατρεμένη του Καιτούλα να μπαίνει αγκαλιά με τον Γαρδέλη στην Αυτοκίνηση.
– Αν σου την έχει δείξει ήδη, την φανουρόπιτα τι την θες?
– Κάρφωσε και μια κανέλα στο κέντρο, παίρνει μυρωδιά όλη η πίτα.
– Άρα δε σου την έχει δείξει.
– Και χαμήλωσε το φούρνο, θα μου την κάψεις.
– Εκτός…, εκτός αν αυτό που θέλεις να σου φανερώσει είναι κάτι άλλο … της είπα και την κοίταξα με νόημα, χωρίς να έχω καταλάβει την τύφλα μου.
– Ο Τζακ τον πουλάει τον ξενώνα. Εχει ένα μικρό ράντσο στην Καλιφόρνια, στο Μπερλίς, σε ένα πράμα σαν οικισμό, σαν κοινόβιο, μη με ρωτάς, δεν τα ξέρω, μένει εκεί κι ο αδερφός του, ο Σταύρος, αυτός ο τρελοσυγγραφέας που αλληλογραφεί και με τη μάνα σου, έχει έναν κήπο γεμάτο πορτοκαλιές… και μια κατακόκκινη αιώρα…., τα βράδια μοσχοβολάνε οι κερασιές, ανάβουν φανάρια… και μαζεύονται όλοι και χορεύουν και πίνουνε…. και ακούνε Janis Joplin…. και καπνίζουν, …. κι έχει και μια βαρκούλα μικρή…
– Και σκέφτεσαι να φύγεις με τον Τζακ για Καλιφόρνια και να έρχεστε τα καλοκαίρια με τη βαρκούλα στο Βραχάτι?
– Χαμήλωσε κι άλλο το φούρνο, όπου νάναι τη βγάζουμε.

…………………….

– Δε μου λες ρε μάνα, η αδερφή σου τρελάθηκε?
– Ούτε και ξέρω, ούτε και με ενδιαφέρει. Το ξέρεις ότι μου ήρθε η ΔΕΗ 200 ευρώ? Τι νομίζουν, ότι φωταγωγούσα το Μπάκινγκχαμ?
– Έχουν ακριβύνει όλα, απάντησα πρωτότυπα.
– Να πας να την πληρώσεις, εγώ έχω σουπερμάρκετ, δε προλαβαίνω. Και να μου αλλάξεις και τη λάμπα στο μπάνιο, που δε τη φτάνω. Και..
Σηκώθηκα πριν αρχίσει να μακραίνει ο κατάλογος.
– Φεύγω, να προλάβω τη ΔΕΗ. Τη λάμπα θα στην αλλάξω το βράδυ.
– Ακόμα δεν ήρθες, φεύγεις… Αλλά έτσι είναι, στο τέλος όλοι φεύγουν.
– Θα περάσω πάλι το βράδυ, φιλιά.
Μπήκα στο ασανσέρ ανακουφισμένος, κάνοντας αέρα με το φάκελο. Καθώς τον κουνούσα, έπεσε στο πάτωμα ένα άσπρο χαρτάκι. Αναγνώρισα αμέσως τα γράμματα.
Πάνω-πάνω, έγραφε ΣΟΥΠΕΡΜΑΡΚΕΤ.
Κι από κάτω έλεγε τα εξής:
– 1 κιλό αλεύρι
– 1 κιλό ζάχαρη
– 1 μπουκαλάκι λάδι
– 1 κονιάκ
– 1 χυμό πορτοκάλι
– 1 φακελάκι κανέλα
– 2 φακελάκια σόδα
“Α, τη μουσίτσα”, μονολόγησα, χαμογέλασα και έχωσα το χαρτάκι στην τσέπη μου.

Ποτέ δεν ξέρεις.

* Η ζωγραφιά: Jack and my aunt. Μολύβι, παστέλ, ακρυλικά, σε Α4 πολυτελείας. (Ο ζωγράφος ολοκλήρωσε, και θα μας πει κι’ ένα τραγούδι.)

jack and my aunt6

** Μουσική Υπόκρουση πάλι εκ του ζωγράφου: Βασίλης Νικολαϊδης – Η Κατσίκα

Τα ωραία τραγούδια τα σιγοτραγουδάς, ακόμα και 30 χρόνια αργότερα. Τα υπέροχα τραγούδια τα σιγοτραγουδάς ακόμα και 30 χρόνια αργότερα , αλλά ταυτόχρονα σου μαλακώνουν και την ψυχή.
Όμορφα, σαν το παλιό κρασί.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

%d bloggers like this: