Η τρόμπα

Αγόρασε ο πατέρας ένα οικόπεδο και έχτισε εξοχικό. Στον δρόμο από τον Ισθμό προς Επίδαυρο. Ήταν ένα σπίτι με κεραμίδια μπροστά στη θάλασσα. Πέτρινη θάλασσα. Άμμος πουθενά. Μόνο βότσαλο, ασπριδερές πέτρες για χιλιόμετρα. Και μέσα μαύροι αχινοί χιλιάδες.

Εκείνη την εποχή, ψυχή ζώσα, μόνο τρακόσια μέτρα μακριά ένα άλλο σπίτι. Ούτε τηλέφωνο, ούτε ηλεχτρικό, ούτε νερό.

Δίπλα στο σπίτι έβαλε ο πατέρας και χτίσανε μια δεξαμενή τσιμεντένια. Πάνω από την δεξαμενή στήσανε πεντέξι μέτρα ύψος μιαν εξέδρα από ντέξιον, και πάνω στην εξέδρα βάλανε δύο βαρέλες σιδερένιες, πράσινες σκούρο. Ερχόταν το βυτίο μια στις τόσες και γέμιζε την δεξαμενή, τρείς τόννους, τέσσερις, δεν ξέρω. Όμως το νερό έπρεπε να πάει απάνω στις βαρέλες ώστε να εξυπηρετείται το σπίτι, καζανάκι, κουζίνα, λουτρό, λόγω υψομετρικής διαφοράς, αλλιώς δεν έρρεε από μόνο του. Άρα, υποχρεωτικώς έπρεπε να ανέβει στις βαρέλες. Βάλανε λοιπόν μίαν αντλία χειρός κι’ ανέβαζε το νερό απάνω με τη σωλήνα. Ήταν μια καθημερινή αλληγορία του Σισσύφου. Και ποιός αν αγαπάτε ήταν ο Σίσσυφος; Εγώ ήμουνα.

Η τρόμπα με έκανε άντρα. Στην αρχή κουραζόμουν. Κι’ έβγαζε μια ροή ασθενική και διακεκομμένη η σωλήνα, σαν κατούρημα ογδοηκονταετούς. Αλλά γρήγορα δυνάμωσα, πήρα και το κολάι. Φλούπ, φλούπ, φλούπ, ζωογόνο και κρυστάλλινο τιναζόταν το νερό προς τα επάνω και χυνόταν με ορμή στις βαρέλες, υδροδοτούσε το σπίτι, μας έφερνε τον πολιτισμό. Κι’ άμα ήθελα να ξεμπερδεύω να φύγω με το ποδήλατο, πλάκωνα την τρόμπα στις γρήγορες. Με λύσσα. Τότε δεν άκουγες παρά τον ενιαίο, τον μοναδικό και συνεχή και αδιάκοπο παφλασμό των υδάτων, και εντός ολίγου, σε κάνα τέταρτο, ερχόταν το νερό αποπάνω και μ’ έκανε μούσκεμα, σημείο πως οι βαρέλες είχαν τιγκάρει και ξεχείλιζαν, και ως εκ τούτου έπρεπε να σταματήσω το τρομπάρισμα. Οπότε εγώ σταματούσα, λαχανιασμένος, καταβρεγμένος, ικανοποιημένος και κάθιδρως. Καβάλαγα το ποδήλατο κι’ έφευγα.

Απάνω στις βαρέλες είχε βάλει ο πατέρας κι’ έναν ιστό για τη σημαία. Ήταν χούντα και φοβόταν μην μας χαρακτηρίσουν. Έβαζε λοιπόν τη σημαία την 25η Μαρτίου και την 28η Οκτωβρίου. Στην επέτειο της χούντας, δεν την έβαζε. Είχε βάλει και σημαιάκια πολύχρωμα που σημαιοστολίζουν τα πλοία. Έμοιαζε η εξέδρα με τις βαρέλες με γέφυρα αντιτορπιλλικού που σκίζει τα κύματα. Ή με υποβρύχιο που ανεδύθη από τα βάθη των ωκεανών. Και εορτάζει την Παναγιά τη Γοργόνα. Γιατί υπάρχει αυτή η Παναγία, στην Μυτιλήνη. Μισή γυναίκα, μισή ψάρι. Σε πιάνει δέος άμα τη δεις. Η φαντασία εκδικείται την σεμνοτυφία, και την κατατροπώνει με όποιο μέσο της είναι μπορετό. Η φαντασία σε πάει στους Ουρανούς.

Συχνά σκαρφάλωνα πάνω στις βαρέλες. Από κει αγνάντευα δυο σιδερένια πελάγη. Ο Σαρωνικός στην πρύμνη στραφτάλιζε ατσάλινος ντάλα του Αυγούστου. Και κατάπλωρα η θάλασσα με τα λιόδεντρα, προϊστορικά τέρατα με ξύλινα κορμιά κι’ ανθρώπινα μέλη ντυμένα στολές της Βέρμαχτ κουνάγαν τα φύλλα τους στον άνεμο, αγγελίζαν με βορβορυγμούς και χθόνιους ψιθύρους τις οίδε ποιές ξαφνικές συφορές. Τα χρώματα ξεθώριαζαν το καλοκαίρι, τάπαιρνε ο αέρας. Με τον νοτιά η θάλασσα γινόταν πράσινη και θολή, έβγαζε αφρό πάνω στις πέτρες και μέδουσες σιχαμερές. Και πέρα στα πεύκα η Ωραία Ελένη, τα λυόμενα της μίζερης αναψυχής, τα όνειρα της αναδυόμενης μεσαίας τάξης, πέντε σουηδικά σανίδια κι’ ένας βόθρος. Και πιο αριστερά στους λόφους το Γαλατάκι κι’ η Αρμυρή, χωριατόσπιτα από λάσπη, ασβεστωμένα κοτέτσια, αρβανίτικη μελαγχολία. Η γη έχει μια ιδιαίτερη μυρωδιά σ’ εκείνα τα μέρη, που δεν μπορώ να την περιγράψω, κι’ ούτε μοιάζει με κάποιαν άλλη. Ακόμα και σήμερα, που όλα άλλαξαν, έτσι μυρίζει. Είναι μαζί πλήξη, απειλή και λαγνεία. Όλα μαζί.

Αρμένιζα εκείνα τα χρόνια, σκοτεινός και αλλοπρόσαλλος, παράταιρος και εν αγνοία μου εξεγερμένος. Αρνιόμουν την παπαγαλία. Δεν μπορούσα να καταλάβω τα μαθήματα, κάτι έμενε πάντα ακατανόητο στο βάθος, σε κάθε συντακτικό κανόνα, σε κάθε χημικό τύπο, σε κάθε συμπέρασμα της Ιστορίας, αισθανόμουν την αυθαιρεσία να ελλοχεύει, ασύμβατη με την δική μου άμεση εμπειρία, και να υπονομεύει την ικανότητά μου προς κατανόηση. Αποξενωμένος έτσι από την γνώση καθώς κι’ αυτή είχε αποξενωθεί από το βίωμα, δεν διάβαζα. Στους καθηγητές πέρναγα ή για μεγάλος μαλάκας -που ήμουν μόνο με την στενή έννοια- ή για σνομπ κοπρόσκυλο, ένα από τα δύο. Μα ελλείψει επικοινωνίας δεν μπορούσα να καταλάβω ποιό εξ αυτών. Έστελνα S.O.S και δεν τόξερα, έστελνα S.O.S και δεν λάμβανε κανείς. Τα κορίτσια, λίγο μεγαλύτερα ή λίγο μικρότερα, δεν τους άρεσα ή ήταν άσκημες. Φλούπ, φλούπ, φλούπ.

Το ποδήλατο ήταν -όπως προανέφερα- η άλλη αναγκαστική μου διέξοδος. Με δυο πεταλιές ήμουν στο Κατακάλι, στις Κεχριές, ορθοπεταλών ή καμπούρης, κατάπινα τις ανηφόρες, βούταγα στις κατηφόρες, με ζητωκραύγαζαν τα πετραδάκια καθώς τα πάταγε το λάστιχο, κι’ εγώ πήγαινα μέσα στο απόγεμα, τότε γλύκαιναν λίγο τα χρώματα, έπεφτε και το μελτέμι που όλη μέρα με βασάνιζε κόντρα κι’ έκανε την ποδηλασία δυσχερέστερη. Το απόγευμα η θάλασσα καθρέφτιζε ένα νωχελικό ιστιοφόρο, ένα ξύλινο σκαρί που μύριζε βερνίκι και καρπούζι, με λευκά πανιά, κι’ από πίσω ήταν ένα πορτοκάλλι που έσπαγε στην επιφάνεια και χυνόταν στο πέλαγος πλησίστιο με όλους τους χυμούς, με μια μουσική γαλήνια, κουβέντες ήσυχες, γελάκια κι’ ανταύγειες μέσα στο γαλάζιο, το χρυσό, το ρόδινο, το πορφυρό, σε λιμάνια ιδανικά, με γυναίκες ιδανικές, μ’ εμένανε ιδανικόν. Κολύμπαγα την ώρα εκείνη, μα ασυνειδήτως νόμιζα πως ήμουν εκείνο το ιστιοφόρο. Ή πως θα γίνω οπωσδήποτε μια μέρα. Άργησα να καταλάβω την ομορφιά, αν την κατάλαβα ποτέ μου.

Δεν την κυνήγησα. Εκείνη με κυνήγησε, αλλά δεν το καταλάβαινα. Στο τέλος μου έστειλε μήνυμα με μια κοινή φίλη, τώρα καθηγήτρια πανεπιστημίου: “τι θα γίνει; Θα κάνεις τίποτα; Λιώνει, κουνήσου λίγο…” Τέτοια μούπε.

Υπήρχε ασυμμετρία, τ’ ομολογώ. Ντρεπόμουν αβάσταχτα για την παρθενία μου. Έκανε πως ντρεπόταν που την είχε ήδη απεμπολήσει. Ως εκ τούτου μου τόκρυβε επιμελώς. Μα στο σκοτάδι των πεύκων, στην σκληρότητα των βοτσάλων, στην αποπνικτική μυρωδιά της νεόκοπης σουηδικής ξυλείας, φλούπ, φλούπ, φλούπ, η φαντασία εκδικιόταν την σεμνοτυφία με όποιον τρόπο της ήταν μπορετό. Μ’ αυτά και με κείνα, η σχέση μεν ολοκληρώθηκε και ανατομικώς, αλλά με κάποια καθυστέρηση. Κι’ όταν μετά από μία δεκαετία της υπενθύμισα αστεϊζόμενος -μα συνάμα αναπολών, τ’ ομολογώ- πως χάρισε ο καθένας στον άλλο ό,τι πολυτιμότερο είχε, μου απάντησε γυρνώντας αποκεί “καλά, μ’ αυτό το πλευρό να κοιμάσαι.”

Τελευταίως είδα ένα παράξενο όνειρο. Η δεξαμενή είχε μετακινηθεί στην άκρη του οικοπέδου, προς την θάλασσα. Όμως η κατασκευή με το ντέξιον είχε ψηλώσει σαν ευκάλυπτος που τον πότιζαν εδώ κι’ έναν αιώνα, είκοσι μέτρα, τριάντα, μέχρι τον ουρανό έφτανε, δεν ξέρω. Κι’ αντί για βαρέλια είχε στην κορφή ένα τσίγκινο δωματιάκι με μια πορτίτσα. Χωρίς παράθυρα. Ανέβηκα με την ανεμόσκαλα και τρίζαν τα ντέξιον από το βάρος και την σκουριά, να καταρρεύσουνε να γκρεμιστώ κι’ εγώ μαζί, τρέμαν τα πόδια μου από τον φόβο. Μ’ είχε πιάσει δέος, να φτάσω έλεγα μέχρι τον ουρανό, και μετά τι; Όμως εις μάτην η ανησυχία. Το τσίγκινο δωμάτιο όχι μόνο δεν ήταν στον ουρανό, αλλά δεν έφτανε καν στη στρατόσφαιρα. Με το που ανέβηκα δε εκεί αντελήφθην πως ήταν απλώς ένα αποχωρητήριο, διότι είχε μέσα έναν κάδο επίσης τσίγκινο, απ’ αυτούς που βάζουν τη μπογιά στα χρωματοπωλεία, άδειον, μόνον με το καπάκι του, και έτερον ουδέν. Μην τα πολυλογώ, θες από τον ίλιγγο, θες λόγω υψοφοβίας, σχεδόν τον γέμισα τον κάδο. Ίσως σκοπίμως να τον είχαν τοποθετήσει κειπάνω, προβλέποντας τέτοιες περιπτώσεις.

 

Εν τω μεταξύ, από κάτω είχε έρθει μία Επιτροπή και με φώναζαν να κατέβω, κάτι ήθελαν να με ρωτήσουν. Τώρα, τι Επιτροπή ήταν, δεν ήξερα. Υποθέτω πως ήταν η Επιτροπή Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων της Νομαρχίας. Είχα κάτι νταραβέρια με κάτι τέτοια ως δικηγόρος, αλλά τι δουλειά είχανε αυτοί εδώ; Αναντάν μπαμπαντάν μέσα στους ελαιώνες ήταν το οικόπεδο.

-Τώρα, μια στιγμή κατεβαίνω, φώναξα.

Μπορεί στον ουρανό να μην έφτασα, αλλά κι’ από κει πάνω που ήμουνα, όλη η Επιτροπή, Πρόεδρος, Δασικός, Γεωπόνος, η Γραμματεύς, όλοι φαίνονταν σαν μερμήγκια. Το να κατέβω τριάντα μέτρα ανεμόσκαλα με το ένα χέρι και στο άλλο να βαστάω έναν κάδο ζεστά σκατά, μια κουβέντα ήταν. Έπιασα και τον έκλεισα λοιπόν τον κάδο με το καπάκι καλά καλά όσο πιο αεροστεγώς μπορούσα, και τον αμόλησα ελπίζοντας να μην ανοίξει όταν θα έσκαγε στη γη ή και πιο πριν. Έκανε έναν γδούπο, αλλά ευτυχώς δεν άνοιξε, αν και η Επιτροπή είχε εν τω μεταξύ αποχωρήσει. Ίσως έφυγε για να μην τον φάει στο κεφάλι, γιατί τον είδε που ερχόταν από ψηλά, δεν ξέρω. Αν κατέβαινα σώος, θα έσκαβα έναν λάκκο και θα τον έθαβα μέσα χωρίς να τον ανοίξω.

Πήρα να κατεβαίνω την ανεμόσκαλα, πάλι τρέμοντας, αλλά χειρότερα αυτή τη φορά. Η κάθοδος είναι πιο ζόρικη από την άνοδο σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις, διότι κοιτάς κάτω υποχρεωτικώς, να βρίσκεις τα σκαλιά να βάλεις τα πόδια σου. Ωστόσο σιγά σιγά συνήθισα στο ύψος, το οποίο όσο κατέβαινα μειωνόταν επίσης αναλόγως. Διαπίστωσα μάλιστα πως αν αγκάλιαζα τη σκάλα σφιχτά, μπορούσα να γλυστράω ομαλά προς τα κάτω φρενάροντας με τα πόδια μου, σαν ασανσέρ. Το ντέξιον έκανε και λιγότερους κραδασμούς μ’ αυτή τη μέθοδο, διότι δεν πάταγα στα σκαλιά.

Προσγειώθηκα χωρίς περαιτέρω προβλήματα.

Κι’ ένα τραγούδι εποχής,

Άκουγα Μπητλς, και Σαββόπουλο, κι’ αυτόν επίσης, ένα μπέρδεμα απερίγραπτο ήμουνα το ψημμένο.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

%d bloggers like this: