Η Μιράντα Παπαδοπούλου κι’ εγώ

 

Πρέπει να πω άνευ περιστροφών πως την Μιράντα την ερωτεύτηκα πριν την δω. Μπορεί από φωτογραφία, στην παρέα βγάζανε όλο φωτογραφίες. Ήταν εντελώς μεθυσμένη όταν την γνώρισα, και ήταν τέλος Αυγούστου, οπότε τα μάζεψα και πήρα το τραίνο να πάω να διαβάσω για την εξεταστική του Σεπτεμβρίου. Αλλά δεν μου έβγαινε από το μυαλό η Μιράντα, οπότε είχα τον νου μου, ρώταγα, είχα τις άκρες μου εγώ, διότι είχαμε κοινούς κύκλους. Η Θεσσαλονίκη του φοιτητικού συρφετού ήταν τότε ένα πολυδαίδαλο σύμπλεγμα αλληλοτεμνομένων κυκλωμάτων και παρεών. Αυτά τα παιδιά συνεχρωτίζοντο άλλοτε με γνήσια συντροφικότητα, άλλοτε με νωχέλεια και συγκρατημένη ερωτικότητα, και άλλοτε πάλι με ξέφρενη λαγνεία. Κι’ άλλοτε όλα αυτά μαζί.  Ευτυχώς που κάποιοι άλλοι -όχι εμείς- ήταν συνεπείς αγωνισταί και εκφρασταί του φοιτητικού λεγομένου κινήματος, αυτοί ήταν κάτι καλόγεροι κυριολεκτικώς, οι οποίοι -άλλη δουλειά δεν είχαν-, προετοίμαζαν τις μεγάλες αλλαγές που περίμενε η πατρίδα μας για να δει λευτεριά και προκοπή. Αλλά κατά βάθος και εμείς με τον τρόπο μας το ίδιο δεν κάναμε;

Εντωμεταξύ, που μυαλό να διαβάσω! Σκεφτόμουν συνεχώς την Μιράντα. Βεβαίως δεν την λέγαν Παπαδοπούλου, αυτό θα το καταλάβατε, κάποιος έξυπνος ήθελε να κάνει λογοπαίγνιο με το Μιράντα, και της έμεινε, αυτό το κοινότοπο επώνυμο. Το οποίο δεν παρέπεμπε στον θλιβερό τρόφιμο του Κορυδαλλού, αλλά στα περίφημα μπισκότα που αντικαθιστούσαν το λιτό φοιτητικό πρόγευμα όταν δεν είχε φράγκα για μπουγάτσα. Ή όταν το μπουγατσατζίδικο ήταν στου διαόλου τη μάνα. Αν έμενες Σαράντα Εκκλησιές, λόγου χάρη. Ένα καφενείο είχε  μόνο, επί της Βιζυηνού, εμπρός στη στάση. Με νεσκαφέδες και μπαγιάτικες τυρόπιττες.

Τέλος πάντων, το συμπέρασμα όλων των ανωτέρω ιστορουμένων είναι πως αν δεν υπήρχαν αυτά τα μπισκότα, ίσως η Μιράντα να είχε συνδεθεί με κάτι άλλο, πιο ποιητικό, πιο μακρινό, πιο αξιόλογο. Ελάχιστοι ξέρουν πως η Μιράντα είναι σαιξπηρική ηρωίδα, από την Τρικυμία. Αυτή η Μιράντα είχε έναν μπαμπά, τον Πρόσπερο, που ήταν Δούκας του Μιλάνου, αλλά ξέρει και μάγια, να ελέγχει τα πνεύματα, τα στοιχεία της φύσης, τους καλικατζάρους, τέτοια. Οπότε τον πιάνουν τον Πρόσπερο και τη Μιράντα κάτι σφετερισταί και τους στέλνουν εξορία σ’ ένα νησί. Αλλά σπάει ο διάλος το πόδι του και οι σφετερισταί ναυαγούν στο νησί του Πρόσπερου, ο οποίος και τους τρελλαίνει λέμε στις παραισθήσεις. Τώρα, δεν ξέρω αν έσπρωχνε ναρκωτικά ο Πρόσπερος, και τον είχαν στείλει εξορία για εμπορία δηλαδή, αυτό είναι ζήτημα ερμηνείας του σκηνοθέτη και των ηθοποιών. Πάντως στο τέλος του δίνουν πίσω το Μιλάνο, και βρίσκει και η Μιράντα ένα καλό παλληκάρι και παντρεύεται. Κι’ αυτός ο Πρόσπερος κόβει το εμπόριο ναρκωτικών. Είναι επίσης κι’ ένας πλανήτης που λέγεται Μιράντα. Είναι ένα από τα πέντε φεγγάρια του Ουρανού, για την ακρίβεια. Αν τα ξέρανε όλα αυτά, οι αστοιχείωτοι, θα της κολλάγανε το παρατσούκλι Παπαδοπούλου, της Μιράντας; Νομίζω όχι.

Τέλος πάντων, εγώ δεν ήξερα που έμενε η Μιράντα να πάω να την βρω, αλλά ρώταγα εδώ κι’ εκεί, και έμαθα τελικώς, αλλά δεν είχε ακόμα ανέβει. Οπότε γύρναγα τα βράδια ασκόπως εδώ κι’ εκεί, στα κυκλώματα που λέγαμε, που ξέρεις έλεγα, μπορεί ν’ ανέβει εντωμεταξύ, κάπου θα την πετύχω στο τέλος. Όπως και συνέβη. Και πήγαμε αμέσως σπίτι της.

Εν συνεχεία, μάζεψα πέντε πράγματα και μετακόμισα εκεί. Ειδικά τις νύχτες, δεν άντεχα να είμαι μακριά της. Τα πρωϊνά, ήταν εντάξει. Αυτή έφευγε, πήγαινε στη σχολή της. Εγώ έμενα σπίτι. Έφτιαχνα τραγούδια, όταν γύριζε της τα έπαιζα, γιατί είχε και μία κιθάρα, η Μιράντα. Μάλιστα ήξερε πιο πολλά ακκόρντα από εμένα, μούδειχνε. Είχα τόση όρεξη, τόση ενέργεια, που διάβαζα μέχρι και Εμπράγματο, είχαμε ένα καθηγητή θρησκόληπτο στο Εμπράγματο, τον Βαβούσκο, τον αποκαλούμενο και κούτσαυλο. Πρέπει  επίσης να πω πως ήμουν από τους αμελεστάτους και οκνηροτάτους των φοιτητών της Νομικής του Αριστοτελείου εν Θεσσαλονίκη Πανεπιστημίου.

Ένα λοιπόν ωραίο πρωί, εκεί που διάβαζα ήσυχα ήσυχα δια το corpus και το animus της νομής, νάσου χτυπάει το κουδούνι της εξώπορτας. Σηκώνομαι να πάω ν’ ανοίξω, και τι να δω! Φάτσα κάρτα τρεις μπάτσοι εν στολή, κάτι ασφαλίτες με πολιτικά -ξεχωρίζανε- κι’ ένας εισαγγελέας. Καλημέρα σας, μου λέει, ήρθαμε να ψάξουμε. Βεβαίως του λέω, έχετε ένταλμα; Μου δίνει το ένταλμα, στο κανονικό όνομα της Μιράντας, όχι Παπαδοπούλου. Τους αφήνω, ευγενέστατοι. Κάνανε έναν γύρο, πήγανε και στο γραφειάκι, βλέπει ο εισαγγελέας τον Βαβούσκο ανοιχτό, και σημειώσεις, και τον Αστικό Κώδικα, καθαρεύουσα τότε ο Κώδικας, μαύρο δέσιμο με χρυσά γράμματα, σαν αρχιμανδρίτης ήτανε, του Δερβέναγα. Συνάδελφος, ε; λέει ο εισαγγελέας, μάλιστα του λέω. Ξέρετε, κάποιος κακοήθης έκανε αναφορά πως στην πολυκατοικία κατασκευάζουν εκρηκτικά, την δουλειά μας κάνουμε κι’ εμείς, καταλαβαίνετε. Ασφαλώς, είπα εγώ. Χαιρετήσανε και φύγανε.

Ήρθε μετά η Μιράντα, και γελάγαμε. Τους φοιτητές και τις φοιτήτριες ειδικότερα, ορισμένοι των ενοίκων δεν τις χωνεύανε και πολύ. Ειδικά τις φοιτήτριες, άμα ήταν και όμορφες. Γιατί συνέβαινε αυτό; Η δική μου εξήγησις είναι επειδή πιστεύανε πως δεν είχαν το μυαλό τους στο διάβασμα, αλλά πως να πηδηχτούνε, αλλά όχι μ’ αυτουνούς, τους ενοίκους, και θα κάνουν φασαρίες αναρχικές. Οπότε είχανε βρει κάτι μπουκάλια άδεια από μπύρες στην ταράτσα, τα είχε αφήσει ο προηγούμενος, και είπανε αυτοί φτιάχνουνε μπόμπες μολότοφ, είχανε μάθει και τις μπόμπες μολότοφ από τις εφημερίδες. Οπότε καρφώσανε την Μιράντα, τι τα θέλει τα μπουκάλια; μολότοφ θα φτιάξει, σου λέει. Γελάσαμε λοιπόν εμείς, και μετά κάναμε μια απογευματινή προσπάθεια να φανούμε άξιοι της φήμης που περιέβαλε τους φοιτητάς και φοιτητρίας στην ιστορική και πολύπαθη τούτη πόλη της Θεσσαλονίκης.

Έδωσα και τον πέρασα, τον μαγκούφη τον Βαβούσκο.

Εκείνο τον Δεκέμβρη έφαγε τα λυσσακά του ο Βαρδάρης. Κατέβαζε ένα πράμα παγωμένο φαρμάκι, αλλά ούτε στάλα χιόνι. Τα βράδια αφήναμε τη βρύση του μπάνιου να σιγοστάζει, διότι αλλιώτικα θα σπάζανε οι σωληνώσεις. Και φροντίζαμε να έχουμε άφθονο πετρέλαιο για τη σόμπα, φέρναμε με το μπιτόνι. Την καίγαμε όλη νύχτα, τη σόμπα, ζεσταίναμε το δωμάτιο, το κάναμε φούρνο ώστε να κοιμόμαστε τσιτσίδι, αλλά εμείς δεν κοιμόμασταν, καταλαβαίνετε τι γινόταν. Επί ώρες ατελείωτες. Ο κόσμος λιώνει σα δωμάτιο με σόμπα, είναι πολύ συγκινητικός αυτός ο στίχος του Σαββόπουλου, αν και άλλο πράμα εννοεί, εγώ αυτό το τραγούδι το είχα πρωτακούσει στο Παλαί, στα Δημήτρια, το 1976, πριν βγει ο δίσκος, γιατί όλο είναι πάρα πολύ συγκινητικό. Βγήκα από τη συναυλία, και ήμουν και μαγεμένος και στεναχωρημένος. Ζήλευα, κατά κάποιον τρόπο, αλλά με την καλή έννοια, ήταν δημιουργική ζήλια. Εκείνο τον καιρό δεν υποψιαζόμουν πως θα έφτιαχνα κι’ εγώ τραγούδια ένα χρόνο μετά. Ούτε το άλλο υποψιαζόμουν, πως αυτόν τον στίχο που λιώνει ο κόσμος μέσα στο δωμάτιο με τη σόμπα, θα τον ζούσα, θα τον βίωνα με βάθος και πάθος όλο φωτιά και λαύρα. Διότι όλο το άλλο σπίτι ήταν παγωμένο, να πας να κατουρήσεις ήταν αποστολή στον Βόρειο Πόλο, να πούμε, γινόσουν νορβηγός εξερευνητής, ο Αμούδσεν ξερωγώ, κατεψυγμένος μπακαλιάρος. Τέλος πάντων.

Σε μίαν από εκείνες τις φλογερές νύχτες του Δεκεμβρίου του 1977 που φυσούσε έξω παγερά ο Βαρδάρης, συνέβη κάτι το απερίγραπτο. Πέρα από το απερίγραπτο που συνέβαινε κάθε νύχτα, θέλω να πω. Εκεί πάνω που πλησίαζε η στιγμή στον κολοφώνα της δόξης της, ένας  σφοδρότατος σφάχτης -εκεί ακριβώς στο σημείον που αναβλύζει όλη η ηδονή στα αρσενικά- με έκανε να μπήξω ουρανομήκη μία φωνή! Κι’ αμέσως τραβήχτηκα ενστικτωδώς από τον πόνο μόνον για να αντικρύσω καθημαγμένον και ημιθανές το μονάκριβο μέλος μου.

-Παναγιά Παρθένα μου, εβόησε τρομοκρατημένη και η Μιράντα, αν και δεν ήταν και καμιά της εκκλησίας. “Ξυραφάκια έχω μέσα μου, η δύστηνος,” συνέχισε τον θρήνο. Διότι αν η Μιράντα είχε θεό, αυτός θα ήταν ο Όμηρος. Και είναι αλήθεια, μόνο μέσα από τον Όμηρο μπορούσε να αποδοθεί όλη εκείνη η αιματοχυσία η απλωμένη παντού, και πιτσίλαγε το σύμπαν, πασάλειβε τα κορμιά μας, τα σεντόνια, πότιζε ανεξίτηλα το σανιδένιο αλουστράριστο πάτωμα, τσιτσίριζε στη σόμπα…

Πρέπει να πω πως ποτέ δεν λιποψύχησα μπροστά στο αίμα. Αμέσως πήρα κάμποσα μέτρα κωλόχαρτο και το έβαλα κειπέρα για να σταματήσω την αιμορραγία. Μόνο που δεν ήξερα που ακριβώς ήταν αυτό το κειπέρα, ούτε τι τον είχε προκαλέσει εκείνο τον φριχτό πόνο και την ακατάσχετη αιμορραγία. Η οποία σταμάτησε μόνον μετά από παρασάγγες ματοβαμμένου κωλόχαρτου, και μπόρεσα να εκτιμήσω την ζημία που είχα υποστεί. Και να τι διαπίστωσα:

Ήταν εκείνο το μικρότατο κομμάτι δέρματος που ενώνει την βάλανο με την πόσθη, το οποίο ανατομικώς ονομάζεται χαλινός και στην καθομιλουμένη πετσάκι. Αυτός λοιπόν ο χαλινός είχε σκιστεί σ’ ένα ελαχιστότατο σημείο, σε μήκος ίσως ενός ή δύο χιλιοστών. Αλλά είχε προκαλέσει όλον εκείνον τον πόνον και την αιματοχυσίαν, που δεν την έπιανε το μάτι σου, μια τόσο δα μικρή πληγούλα!

Τέλος πάντων, αποφασίσαμε να κοιμηθούμε ήσυχα ήσυχα εκείνη την νύχτα.

Όμως και την επομένη επανελήφθη η ίδια σφαγή. Αποφάσισα πως πρέπει να απόσχω κάθε δραστηριότητος ώστε να επουλωθεί το τραύμα. Έτσι για τρεις τέσσερις μέρες κοίταζα την Μιράντα από κάποια απόσταση, παραπονεμένος και ξενιτεμένος από την αγκαλιά και τα επιδέξια χάδια της.

Την πέμπτη μέρα η απρόοπτη αυτή περιπέτεια είχε ξεχαστεί. Και πήρα το θάρρος να ξαναρχίσω τις λαγνουργίες. Στην αρχή όλα πήγαιναν γλυκά και τρυφερά. Αλλά εκεί που είχα ξεθαρρέψει και είχα αρχίσει τις ωθήσεις εκείνες τις ορμητικές με όλη την δύναμη των λαγγόνων μου, και για την ακρίβεια καθώς ήμουν στην τρίτη ή τέταρτη ώθηση, νάτος πάλι πετιέται εκείνος ο ύπουλος και τρομακτικός πόνος που μ’ έκανε να τραβηχτώ έξω, πάλι ματοβαμμένος σαν Πάτροκλος και σαν Έκτορας, μα πιο πολύ σαν Αγαμέμνονας στον μοιραίο του γυρισμό κει πίσω στις Μυκήνες. Σφάδαζα. Και η Μιράντα πάλι θρηνωδούσε για τα σωθικά της που είχαν ξυραφάκια και καλάμια μυτερά σα βιετναμέζικες παγίδες και τα τοιαύτα.

Μετά απ’ αυτό, απεφάσισα να απευθυνθώ σε κάποιον ειδικό.

Ήταν ένας χειρουργός-ουρολόγος, υφηγητής του Αριστοτελείου, είχε ιατρείο στην Παραλία, κάπου κοντά στο αμερικάνικο προξενείο. Ένας κοντούλης και παχουλός, σαν γελαστός κεφτές με συμπαθητικά ματάκια και μουστακάκι παλιομοδίτικο, φόραγε κασκόλ καρώ και μπερέ γαλλικό μαύρο, και κατέφθασε λίγο αργότερα από εμένα, αλλά είχε και νοσοκόμα, αυτή μου άνοιξε. Χαιρέτησε, του είπα τα καθέκαστα, με είδε, και απεφάνθη πως είχα δύο λύσεις: είτε θα μου έραβε το πετσάκι στο σκίσιμο, είτε θα το έκοβε έως μέσα, ελευθερώνοντας εντελώς την πόσθη από τη βάλανο. Τον ρώτησα τι συνέπειες θα είχε η μία ή η άλλη λύση. Μου διευκρίνησε πως καμία διαφορά δεν θα αισθανόμουν, αλλά αν το έκοβε έως μέσα ίσως θα γινόμουν πιο αργός, ελπίζω να πιάνετε το νόημα τι παναπεί αργός, οπότε είπα αυτό θέλω. Πρόσθεσε δε ο γιατρός πως αυτό που έπαθα το έπαθα από το πάθος μου, αλλά δεν ήταν σοβαρό, συμβαίνει. Προσεφέρθη δε αμέσως να μου κάνει την επέμβαση επιτόπου, καθησυχάζοντάς με πως δεν επρόκειτο να καταλάβω πόνο, διότι πριν επιχειρήσει οτιδήποτε θα μου έκανε μία τοπική αναισθησία.

Έτσι βρέθηκα στο χειρουργικό κρεβάτι. Αισθανόμουν σαν στον οδοντογιατρό, αλλά ξεβράκωτος. Εγώ ήθελα να βλέπω, αλλά αυτός με ξάπλωσε, δεν με άφησε, διότι λέει θα χυνόταν αίμα πολύ, έχει πολλά αγγεία κειπέρα, και τούπα δεν με πειράζει το αίμα, αλλά εκείνος επέμεινε να μην βλέπω. Οπότε κατάλαβα ένα τσίμπημα, την αναισθητική ένεση, και τίποτα μετά. Το διασκέδαζα, μπορώ να πω. Εκεί προς το τέλος επίσης αισθάνθηκα το μέλος μου να κρέμεται από έναν σπάγγο, θα πέρναγε τον σπάγγο για τα ράμματα είπα, σαν τις μοδίστρες. Όταν σπατσάραμε και το είδα επιτέλους -το μέλος μου- είχε μία γάζα ραμμένη πάνω στην βάλανο. Μου εξήγησε ο καλός γιατρός πως έπρεπε να φάω ένα καλό γεύμα και να πιώ και ένα κρασάκι δύο ώστε να αναπληρώσω το χαμένο αίμα. Όμως προπάντων έπρεπε να αποφύγω πάση θυσία τις στύσεις, διότι με τις στύσεις κινδύνευαν να σπάσουν τα ράμματα, και θα είχαμε πάλι αιμορραγίες, νοσοκομεία και τα τοιαύτα. Σε περίπτωση δε στύσεως, με συνέστησε κρύο ντους, ώστε να καταπολεμηθεί το σύμπτωμα. Είπα μάλιστα σε όλα, και επέστρεψα πασιχαρής στης Μιράντας, που τα βάσανά μας θα έπαιρναν τέλος. Πήγαμε βέβαια και φάγαμε μπριζόλες χοιρινές σως μαδέρα, κι’ ήπιαμε κι’ ένα μπουκάλι Νάουσσα Μπουτάρη, ήταν της μόδας τότε.

Όπως καταλαβαίνετε από μόνοι σας, με μία γάζα ραμμένη πάνω στο τσουτσούνι, δεν είχα όρεξη για πολλά πολλά. Αλλά κοιμόμασταν στο δωμάτιο με σόμπα, ας μην το ξεχνάμε αυτό, γυμνοί λόγω θερμοκρασίας, οπότε το πρωί το κορμί μου ακουμπούσε το ζεστό και απαλό σαν μετάξι κορμί της Μιράντας, οπότε παραλείπω το σκεπτικό και παραθέτω το διαταύτα, έτρεχα στο μπάνιο για παγωμένο ντους, ενώ έξω φύσαγε λυσσασμένα ο Βαρδάρης και η θερμοκρασία στο υπόλοιπο σπίτι ήτο κάτω του μηδενός δύο, τρείς ή δέκα βαθμοί Κελσίου, δεν ξέρω, δεν βάζαμε θερμόμετρο.

Εκείνες τις μέρες ξανάρθε ο εισαγγελέας με τους μπάτσους. Πουρνό πουρνό. Εγώ εντωμεταξύ είχα σηκωθεί, ήμουν με μία πετσέτα μόνο, πήγαινα στο παγωμένο ντους, οι γνωστοί λόγοι επέβαλλαν ώστε να πάω στο παγωμένο ντους. Ακούω που χτύπαγε το κουδούνι, ανοίγω. Η Μιράντα κοιμόταν. Τώρα ψάχνανε τον Μπόλαρη. Αυτός ο Μπόλαρης ήταν ένας χουνταίος που τον είχαν πιάσει το 1975, στο πραξικόπημα της μπυτζάμας, τότε που πήγαν να ρίξουν τον Καραμανλή. Όμως τον Αύγουστο του 1977 την είχε κοπανήσει, ο Μπόλαρης, και έκτοτε τον ψάχνανε. Και κάποιος λοιπόν έκανε καταγγελία πως κρυβόταν στης Μιράντας, έτσι είπανε. Η Μιράντα να κρύβει τον Μπόλαρη! Αν ήταν δυναμόν! Με τη βία κρατούσα τα γέλια μου. Δεν ψάξανε, πήγανε ως την κουζίνα και σηκωθήκαν και φύγανε.

Ξυπνάει η Μιράντα, της λέω τα καθέκαστα, αλλά έβαλα και δικές μου σάρτσες. Ότι πήγα και άνοιξα την πόρτα εν διεγέρσει. Και που τρίζανε τα ράμματα, και που τα ένοιωθα, και που τα άκουγα, και που στο τέλος κλατάρανε, γέμισε πάλι αίματα ο τόπος, πιτσιλίσανε τον εισαγγελέα, και τι να τους πω; Ναι ρε καραγκιόζηδες, την σκότωσα από έρωτα, τι θέλετε; αυτό τους είπα. Τερατολογίες. Και η Μιράντα δεν ρώτησε καν που πήγαν τόσα αίματα, ούτε να δει τα ράμματα είπε, τη γάζα, αν μάτωσε. Κοίταγε με γουρλωμένα μάτια. Της έλεγα μετά την αλήθεια, πως σου έλεγα σάρτσες για να σου κάνω εντύπωση, και δεν με πίστευε. Μέχρι που χωρίσαμε, η Μιράντα δεν πίστευε πως της έκανα πλάκα.

Δέκα μέρες κράτησε αυτό το μαρτύριο. Στις δέκα μέρες πήγα στον γιατρό και μου έβγαλε τα ράματα. Λευτερώθηκα.

Εντωμεταξύ πλησίαζαν Χριστούγεννα, και πήραμε πάλι το τραίνο να πάμε Αθήνα, να κάνουμε γιορτές με τους δικούς μας.

Τον Γενάρη το μεγάλο κρύο είχε σπάσει. Έκανε κάτι λιακάδες, κι’ αυτές οι χειμωνιάτικες λιακάδες κάνουν την Θεσσαλονίκη κούκλα. Είχα μαζέψει κάτι λεφτάκια από δώρα, έξι εφτά χιλιάδες δραχμές. Είχε ένα οργανοπωλείο κει δίπλα στην Ροτόντα. Πήγα και είδα αρκετές κιθάρες, και στάμπαρα μία που μ’ άρεσε. Είπα του ανθρώπου να έρθω να την πάρω την άλλη μέρα, γιατί κλείνανε και δεν είχα τα λεφτά επάνω μου. Καλά, είπε, να μην ανησυχώ, θα την κρατήσει. Σηκώθηκα λοιπόν το πρωί στις οχτώ και πήγα και την πήρα.

Η Μιράντα συνέχισε να μου δείχνει ακκόρντα. Κι’ εγώ έφτιαξα μερικά καινούργια τραγούδια. Τα αγάπαγε, τα τραγούδια μου.

Είχε μπει το 1978, την χρονιά που έγινε ο σεισμός. Αλλά αργότερα έγινε ο σεισμός, τον Ιούνιο.

Η ζωγραφιά: Ζευγάρι. Στυλό, κάρβουνο, λαδοπαστέλ, σε χαρτί. 21Χ18 cm, 2016.

Το τραγούδι: Δωμάτιο Χρωματιστό, του Βασίλη Νικολαΐδη. Στο κοντραμπάσσο, ο Μιχάλης Σιγανίδης. (Οδός Σανταρόζα, 1981.)    κλικ εδώ

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

%d bloggers like this: