Πρωταπριλιά κάθε Μέρα

“He entered the territory of lies, without a passport for return”

Graham Greene

Η μορφή της Ελληνίδας Μάνας για την σημερινή γενιά των νέων 30-60 ετών έχει προσλάβει μυθικές διαστάσεις (ορίζω τη γενιά με μεγάλο εύρος, μπαμπάτσικη, ώστε να νιώθω πάντα νέος, μακρύτερα από τα 60 και κοντύτερα στα 30, ανθρώπινο). Πράγματι, αν εκείνη δεν υπήρχε, τα πράγματα για μας μάλλον δεν θα είχαν εξελιχθεί και τόσο ομαλά. Αν το management είχε αφεθεί εξ’ολοκλήρου στον πατέρα, το πιθανότερο είναι, στην ηλικία των 6 χρονών, όταν θα μας πήγαινε ο μπαμπούλης για πρώτη φορά στον φίλο του τον παιδίατρο στο Μενίδι, να μας είχε χάσει στο περίπτερο απέναντι αγοράζοντας τσιγάρα, και να είχαμε καταλήξει σε κάποιον καταυλισμό, να είχαμε αρραβωνιαστεί στα 9, παντρευτεί στα 12 και να είχαμε κάνει μια – ίσως όχι αμελητέα – καριέρα στην συλλογή και ανακύκλωση σιδηρούχων μετάλλων.

Όμως, μαζί με τα άπειρα που της χρωστάμε, οφείλουμε σε αυτή τη μάνα εν πολλοίς και μια σειρά από εμμονές θες?, σκαλώματα θες?, δε ξέρω, διάλεξε τη λέξη. Αφήνω κατά μέρος το πολυσυζητημένο ζήτημα της ζακέτας, για το οποίο πολύ μελάνι έχει χυθεί. Προσωπικά, οφείλω να ομολογήσω (μεταξύ μας, μην βγει παραέξω), ότι ακόμα και σήμερα, ακόμα και σε καύσωνα, όταν κάθομαι, πάντα ρίχνω μια κλεφτή ματιά πίσω μου, μη τυχόν και καραδοκεί σε μια χαραμάδα ή ένα μισάνοιχτο παράθυρο, εκείνο το ύπουλο ρευματάκι, που σκέφτεται χαιρέκακα: “Τι θα κάνω σήμερα? α, το βρήκα, θα πλευριτώσω τον μαλάκα τον γιωργάκι, που παράκουσε τη μαμά του και βγήκε έξω χωρίς τη ζακετούλα του”. Θα βάλω λοιπόν το ζιλεδάκι μου και θα επικεντρωθώ στο βασικό μου θέμα, δηλαδή στην διδασκαλία της αξίας της αλήθειας.

Η πρώτη τέτοια εμπειρία (εμπειρία που θυμάσαι, εννοείται), τοποθετείται συνήθως γύρω στα 5. Η ερώτηση καταπέλτης “Ποιός έφαγε τα σοκολατάκια στο σκρίνιο?”, ίσως ηχεί ακόμα, στα γεμάτα τρίχες πλέον αυτιά μας.

Με δεδομένο ότι είχες συλληφθεί πασαλειμένος σοκολάτα από τη χωρίστρα μέχρι την ελβιέλα, τα δε τσεπάκια σου ήταν γεμάτα με στρόγγυλα μπαλάκια από ασημόχαρτο, η ερώτηση φαινόταν να έχει μάλλον ρητορικό χαρακτήρα. Όμως, η μητέρα ήταν εκεί για να σου δώσει ένα μάθημα. “Μίλα βρε, ποιος τις χλαπάκιασε τις σοκολάτες?”. Η πρώτη σου σκέψη “κάνε το μαλάκα, μπορεί και να μην το καταλάβει”, έδινε σιγά σιγά τη θέση της σε εύλογες αμφιβολίες, όταν ακουγόταν το “μάθε βρε να είσαι άντρας, μες τη σοκολάτα είσαι, πες την αλήθεια, πάντα πρέπει να λέμε την αλήθεια. Όποιος λέει ψέματα, πέφτει μες τα αίματα. Κι όποιος λέει αλήθεια, έχει το Θεό βοήθεια!”.

Αναθαρρυμένος εσύ, την έκανες τη μαλακία: “μάλλον εγώ τα έφαγα”.

Αυτό ήταν. Πάτησες το λάθος κουμπί. “ΕΣΥ? (με αληθινή έκπληξη), εσύ? Βρε δε ντρέπεσαι, βρε αυτά τα σοκολατάκια μας τάφερε το ’65 στους αρραβώνες μας η θεία η Τασία, Θεός σχωρέστην, για να κερνάμε τους μουσαφιραίους και εσύ τα φαρμάκωσες? Δεν αισχύνεσαι βρε, βρε θα σε κοιτάει από πάνω η θεία σου η Τασία και θα κλαίει, τώρα θα δεις, θα το πω στον μπαμπά σου, στον παππού σου, στις θείες σου, στο μπατζανάκη, στον κυρ-Κώστα στην ΕΒΓΑ να μη σου ξαναδώσει παγωτό, τώρα, τώρα, θα σε πιάσει η κοιλιά σου βρε και θα σε τρέχουν στα νοσοκομεία, θα σου κάνουν ένεση και εγώ θα γελάω, που έχεις και τα μούτρα να λες, εγώ τα έφαγα.”

Εσύ τώρα, που δεν ήξερες πλέον αν είχες γίνει καφέ από τη σοκολάτα ή από το χέσιμο, έμοιαζες με καρτούν με ένα συννεφάκι από πάνω, που είχε μέσα ένα τεράστιο ερωτηματικό. Δεν είχες καταλάβει την τύφλα σου.

Σύντομα όμως, η ίδια η ζωή, μέσω της μητέρας, θα ερχόταν να εγκαταστήσει με σαφήνεια το morale της ιστορίας.

Όταν, λίγους μήνες μετά, έπεφτε η επόμενη ερώτηση “ποιός το έσπασε το βάζο?”, ψυλλιασμένος πλέον, απαντούσες με άνεση “δε το έκανα εγώ, μπορεί να φύσηξε κανένα ρευματάκι” (προσπαθώντας έξυπνα να το “δέσεις” και με το ζήτημα της ζακέτας).

Εις μάτην.

“Βρε λέγε, ποιός το έσπασε το βάζο, αυτό το βάζο κοστίζει εκατομμύρια, μας κατέστρεψες βρε, βρε λέγε, εσύ το έσπασες?”. Με δεδομένο ότι ο αδερφός σου έλειπε κατασκήνωση, οι γονείς σου στη δουλειά και εσύ ήσουν μόνος στο σπίτι, η ερώτηση και πάλι δε φαινόταν ιδιαίτερα επίκαιρη. “Δεν το έσπασα εγώ, εγώ ήμουνα στο δωμάτιό μου”, έκανες μια τελευταία απόπειρα. “Ποιό δωμάτιό σου βρε, για ηλίθια με περνάς, αφού δίπλα στην μπερζέρα είναι μια μπάλα, έπαιζες μπάλα μες το σπίτι, ομολόγησέ το, που δεν έχεις ούτε το θάρρος να αναλάβεις τις ευθύνες σου, ορίστε, να η μπάλα, έχει πάνω κομματάκια από το βάζο, μίλα βρε”.

Υπό το βάρος των αδιάσειστων αποδείξεων, έσπαγες για δεύτερη φορά: “Κατά λάθος, έκανα ένα σφαλτσαριστό και κόντραρε η μπάλα στο σκρίνιο, έκανε γκελ, πήρε σβάρνα το βάζο και το έσπασε”.

Αυτό ήταν.

Αυτή τη φορά, πραγματικά τη γάμησες.

“Δηλαδή, θες να μου πεις ότι κοπάνησες KAI το σκρίνιο? Το καλό το σκρίνιο? Το σκρίνιο της γιαγιάς σου, που τόχει από τη μάνα της από τη Σμύρνη, που κάηκε η Σμύρνη όλη και μόνο αυτό το σκρίνιο απόμεινε, για να δω, ΑΜΑΝ, αμάν, έχει βαθούλωμα, βρε τέρας της φύσεως, βρε, ωχ, ωχ, έχει και γρατζουνιές, πάει το σκρίνιο, πάει το βάζο, βρε θα πεθάνω, θα αυτοκτονήσω και θα αφήσω γράμμα ότι φταις εσύ. Τώρα θα δεις, δεν ξαναπάς στις κούνιες μέχρι τα πενήντα σου. Κι έχει και το θράσος ο κύριος, να λέει με μια άνεση, “έκανα ένα σφαλτσαριστό”, βρε θα στη σκίσω τη μπάλα”.

Εκείνο το βάζο, το οποίο σε έβαζαν μετά – ως καψόνι – να το κολλήσεις με ούχου στικ, σηματοδοτούσε την οριστική σου αποκόλληση από την όποια αξία της αλήθειας. Από εκείνο το βάζο και μετά, δεν υπήρχε περίπτωση να ξαναπείς αλήθεια, ούτε με την παντόφλα να κρέμεται απειλητικά πάνω από το παικτάκι του subbuteo. H απάντηση “δεν το έκανα εγώ” αποτελούσε πλέον τη μόνιμη επωδό, ακόμα κι όταν η μητέρα επιστράτευε απειλές, φάπες, αλλά και όλα τα αποδεικτικά μέσα της πολιτικής και ποινικής δικονομίας (μαρτυρικές καταθέσεις, πόρισμα ιατροδικαστή, έκθεση πραγματογνώμονα, κλπ.). Και θα σε συνόδευε το διαζύγιο αυτό με την αλήθεια, σε όλη την ανήλικη και ενήλικη ζωή σου.

Την αλήθεια δε θα την έλεγες πλέον ούτε στα 50 σου στον γιατρό, όταν θα σε ρώταγε “έχετε καθόλου τυμπανισμό ή αέρια?” κι εσύ θα του απαντούσες σταθερά “όχι”, κουφοκλάνοντας. Αν, στο διάβα της ζωής, συναντούσες παρ’ ελπίδα έναν άνθρωπο που έλεγε αλήθειες (μα καλά, μάνες δεν έχουνε, ρε πούστη μου?), θα τον κοιτούσες με εκείνα τα γεμάτα έκπληξη, αηδία και αποτροπιασμό μάτια, που θα κοίταζε η Μις Μάνιπενι, αν στην αρχή του Goldfinger εμφανιζόταν ο Νίκος ο Βαμβακούλας και της έλεγε “My name is Bond. Nick Bond”.

Κάπου εδώ, θα πρέπει να παραδεχτώ, ότι το κείμενο έχει μια ισχυρή δόση υπερβολής. Σίγουρα, έχουμε εγκαταστήσει εμμονές και κόμπλεξ που είναι δύσκολο να αποβάλει κανείς, όμως οι άνθρωποι, ευτυχώς, εξελίσσονται. Κάνουν τη βουτιά τους στο παρελθόν, αναλογίζονται, κάνουν την κριτική και την αυτοκριτική τους και σιγά-σιγά βελτιώνονται. Αποβάλλουν τα συμπλέγματα που τους κρατούν καθηλωμένους στο χθες, κάνουν μια καινούργια αρχή και, σιγά-σιγά, γίνονται καλύτεροι άνθρωποι.

Να, όπως κάνω τώρα εγώ, καλή ώρα.

Ψέματα?

* Η ζωγραφιά: καθοδόν

** Μουσική Υπόκρουσις: Παύλος Σιδηρόπουλος – Ζεϊμπέκικο μπλουζ

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

%d bloggers like this: