Έστιν Ουν Μαμούν (Μέρος Γ’)

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΕΒΔΟΜΟΝ – Κουταλίδης – The not-so-early Years

(Άσπρα Παπούτσια Δετά και Δώρο οι Κάλτσες)

“Ήταν ένας τόσο περίεργος άνθρωπος που, αν δεν υπήρχε, δεν θα μπορούσε κανείς να τον φανταστεί” – ( Ανωνύμου Μοναχού)

– Τα δεύτερα από δεξιά, θέλω να δω.

– Λέτε τα άσπρα τα παντοφλέ;

– Ναι, 40 νούμερο.

– Αχ, σε 40 δεν τα έχουμε. Αν ψάχνετε για κυρία, έχουμε σε άσπρο κάτι καταπληκτικά ξώφτερνα, τώρα μας τα φέρανε, που..

– Δεν ψάχνω για κυρία. Για μένα είναι.

Ο κύριος Κουταλίδης ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει από τα μικροσκοπικά του πόδια προς τον εγκέφαλο, σαν υδράργυρος σε θερμόμετρο. Πήρε βαθιές εισπνοές, ξεφύσηξε, χαλάρωσε. Η ΕΔΕ του Μαμούν είχε προγραμματιστεί για τη Δευτέρα και δεν εννοούσε να αφήσει τίποτα να του χαλάσει το πάρτι.

-Χίλια συγγνώμη, λάθος μου.. Θέλετε οπωσδήποτε κάτι σε άσπρο;

– Σε άσπρο. 40 νούμερο.

– Είναι για γάμο;

Έγνεψε καταφατικά. Ήθελε σε αυτήν την αποκαθήλωση, να φορά τα πιο γιορτινά του ρούχα.

– Σε σαράντα έχουμε μόνο τα δετά, τα πρώτα από αριστερά στη βιτρίνα.

New Picture (1)

Φωτό: Η βιτρίνα

– Δεν είναι λευκά.

– Λευκά είναι, έχουν απλώς μέσα λίγο γκρί, ώστε να συνδυάζονται πιο εύκολα. Με τι σκέφτεστε να τα φορέσετε;

– Με το καλύτερό μου χαμόγελο.

– Αχ, τι ωραία που τα λέτε, χαμογέλασε η πωλήτρια, ψάχνοντας απεγνωσμένα τα vomex στο συρτάρι. Για δοκιμάστε τα, α, δεν έχετε δίκιο, σας πάνε πάρα πολύ.

Ο Κουταλίδης περπατούσε αργά πάνω-κάτω στο μαγαζί, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον καθρέφτη. Το καφέ παντελόνι του σταματούσε ακριβώς πάνω από τον αστράγαλο, αφήνοντας τη μαγεία των ιβουάρ παπουτσιών να στοιχειώνει το κατάστημα.

– Μήπως είναι πολύ μοντέρνα για την ηλικία μου;

– Μα τι λέτε, εσείς είστε νεότατος, αν δεν τα φορέσετε εσείς, ποιος θα τα φορέσει;

Υπήρχε πράγματι μια αδυσώπητη αλήθεια σε αυτή την παρατήρηση. Αν εξαιρέσει κανείς τον κύριο Κουταλίδη, τα παπούτσια αυτά θα μπορούσε να τα διαλέξει μόνο ένα Playmobil-γαμπρός, ή ένας 12χρονος που είχε αποφασίσει να ντυθεί αναισθησιολόγος στις Απόκριες.

– Δεν είναι λευκά, επανέλαβε σαν Φόρεστ Γκαμπ ο Κουταλίδης.

Συνέχισε να περπατά αργά μέσα στο μαγαζί, τα παπούτσια κάναν έναν ιδιότυπο θόρυβο, κλιτς κλιτς, κάνοντας κύκλους γύρω από την πωλήτρια Μαίρη, σαν κόμπρα που προσπαθεί να υπνωτίσει το θύμα της.

–  Ω, τον κύριο Κουταλίδη! Ποιος καλός άνεμος σας έφερε στο μαγαζί μας? Ότι σας σκεφτόμουν. Άφησα δυο λεπτά τη Μαιρούλα στο πόδι μου και πετάχτηκα μέχρι το φαρμακείο να πάρω τα Norgesic, κι έλεγα μέσα μου «πρέπει να κλείσω ραντεβού με τον κύριο Κουταλίδη, γιατί με έχει γονατίσει η μέση.» Καλέ, τι ωραία παπούτσια είναι αυτά που διαλέξατε;;

– Η Μαιρούλα που αφήσατε στο πόδι σας νομίζει ότι τα έχω χαμένα. Προσπαθεί να μου πουλήσει γκρι παπούτσια για λευκά, την κάρφωσε ο Κουταλίδης, με ύφος απουσιολόγου που δίνει στεγνά τον γκόμενο της τάξης στην λυκειάρχισσα.

– Αχ, συγχωρέστε την. Η κόρη μου τώρα ξεκίνησε να με βοηθάει στο μαγαζί, είναι άπειρο το κακόμοιρο.

– Πάντως δεν είναι άσπρα. Κι εγώ 58 ευρώ για γκρί παπούτσια, δεν δίνω.

– Μα τι λέτε, γιατρέ, το 58 είναι για τους άλλους πελάτες. Για σας είναι άλλη η τιμή. Καθίστε ένα λεπτό και θα σας πω.

Η κυρία Τζοάννου, τράβηξε από το μπράτσο τη Μαιρούλα, ψιθυρίζοντάς της «βλέπε και μάθαινε» και χώθηκε πίσω από το ταμείο. Πήρε ένα μεγάλο κομπιουτεράκι και προσποιήθηκε ότι κάνει πράξεις.

– Λοιπόν, θα σας τα αφήσω τιμή χονδρικής, 50 ευρώ.

– Θα αστειεύεστε φυσικά.

– 50 ευρώ και θα σας κάνω δώρο και τις κάλτσες, που είναι ασορτί.

– Δε θέλω κάλτσες.

– Δεν είναι απλές κάλτσες, είναι Varisan Lui, διαβαθμισμένης συμπίεσης, που διευκολύνουν την κυκλοφορία του αίματος.

– Θα μου κάνετε τώρα και μαθήματα κυκλοφορικού, κυρία Τζοάννου;

– Όχι, γιατρέ μου, προς Θεού. Αλλά πιάστε τις. Όχι, σας παρακαλώ, πιάστε τις. Μετάξι με βαμβάκι. Δροσερές και φίνες. Για να αναπνέει το πόδι. Δεν έχετε ξαναφορέσει τέτοιες κάλτσες.

– Σας το είπα. Κάλτσες έχω. 45 ευρώ. Ούτε ευρώ παραπάνω.

– Με σκοτώνετε τώρα. Αλλά τι να κάνω? Τι να κάνω που σας έχω αδυναμία. Μαιρούλα, τύλιξε τα παπούτσια του κυρίου Κουταλίδη.

– Και τις κάλτσες.

– Είπατε ότι δεν θέλετε τις κάλτσες.

– Αφού είναι δώρο, θα τις πάρω.

– Μαιρούλα, τύλιξε και τις κάλτσες. Καλοφόρετα εύχομαι, θα πάτε πάλι σε συνέδριο;

– Ο κύριος Κουταλίδης θα πάει σε ένα γάμο, μαμά.

– Σε γάμο; Χίλια καλά εύχομαι. Ορίστε, και 5 ευρώ τα ρέστα σας. Πάντα με υγεία. Να σας έχει ο Θεός γερό, δυνατό και ευτυχισμένο. Και εσάς και την κυρία Κουταλίδη. Να είστε χαρούμενοι, γελαστοί, κομψοί και πάντα σε γιορτές και σε χαρμόσυνα γεγονότα.

Ο κουταλίδης πήρε τη σακούλα με τα παπούτσια και βγήκε από το μαγαζί αμίλητος.

–  Μόνο καλούς απογόνους δεν του ευχήθηκες του μαλάκα.

– Μαιρούλα, ο Κουταλίδης μου γράφει τα φάρμακα και είναι από τους πιο τακτικούς μας πελάτες.

– Το ξέρεις ότι πριν έρθεις, καθώς γυρνούσε με τα παπούτσια γύρω γύρω, μου ακούμπησε δήθεν κατά λάθος τον κώλο;

– Στην κηδεία του να του τα φορέσουν, του κωλόγερου. Με τις κάλτσες μαζί.

– Όχι κι έτσι ρε μάνα.

– Στις ευχές και στις κατάρες, παιδί μου, τσιγκουνιές δε χωράνε. Άκου και μάθαινε.

========================================================

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΓΔΟΟΝ – Μαμούν – The Early Years

New Picture (2)

“Η οχλαγωγία σιγά-σιγά καταλαγιάζει και η τάξη και η ηρεμία ακούγονται από μακριά να πλησιάζουν απειλητικά, σα σκυλάδικο τραγούδι σε κασετόφωνο κάμπριο αυτοκινήτου που έρχεται να παρκάρει για πάντα κάτω από τη ζωή σου.” (Κωστάκης Ανάν – Τα τηλεκοντρόλ)

– Όταν λες μαύρος, πόσο μαύρος;

– Υπάρχουν διαβαθμίσεις στους μαύρους;

– Άκου λέει αν υπάρχουνε. Βεβαίως και υπάρχουν, Τασία μου. Άλλο είναι το light brown, το κουρτινί, άλλο το καφέ του σκρίνιου, άλλο το μαύρο-γκάγκανο, το μνημοσυνί….

– Άστο. Μην βασανίζεσαι. Μου τον έδειξε σε φωτογραφία. Το καφέ το σκούρο. Το σχεδόν μαύρο. Σαν να ξέχασες το φούρνο και να σου έχει αρπάξει το κεκ.

– Ωχ. Ελληνικά μιλάει;

– Η Βάνα λέει ότι μιλάει. Δεν είναι κι ο Χατζηφωτίου, αλλά συνεννοείται. Μια φορά, τα εγγλέζικα και τα γαλλικά τα μιλάει φαρσί.

– Που δε τα μιλάμε εμείς. Κι από πού κρατάει η σκούφια του;

– Νομίζω μου είπε από την Ακτή Ελεφαντοστού.

– Χάθηκε ρε παιδάκι μου να ήτανε από την Ακτή Μιαούλη, να γλιτώναμε τη φασαρία;

– Ναι, αλλά δε θα τη γλιτώσουμε. Γιατί η μικρή έχει ξετρελαθεί μαζί του. Εγώ κάνω τάχαμου την αδιάφορη, δεν της πάω κόντρα, χειρότερα είναι. Το πρόβλημα είναι, με τον Βαγγέλη τι θα κάνουμε. Ο αδερφός σου δε θα το πάρει καλά, να το ξέρεις.

– Η αλήθεια είναι ότι αν ο Βαγγέλης καταλάβει ότι ο αράπακλας έχει πλευρίσει το κοριτσάκι του, χαθήκαμε. Θα το θεωρήσει ιεροσυλία. Casus belli. Σαν να έχει πάει Γερμανός στη Μύκονο και να έχει πηδήξει τον πελεκάνο.

– Και δε σου είπα και το καλύτερο. Θέλει την Κυριακή να μας τον κουβαλήσει και στο σπίτι. Δήθεν να τη βοηθήσει στη βιολογία και μετά να φάμε όλοι μαζί. Βασικά, ψάχνει να βρει τρόπο να τον παρουσιάσει στον μπαμπά της. Εγώ της το είπα, Βανούλα μη βιάζεσαι, είκοσι δυό χρονώ είσαι, σιγά-σιγά, άστο λίγο να ωριμάσει, έχει κι ωραίο καιρό, χαρά Θεού, δεν τον παίρνεις τον μαυρούλη να πάτε μια βόλτα στον Λέντζο, να φχαριστηθεί ο άνθρωπος λιακάδα, θα έρθετε τώρα να κλειστείτε στο τεσσάρι στο Παγκράτι;, κρίμα είναι. “Μαμά”, μου λέει, “μήπως είσαι κι εσύ ρατσίτρια?” Θεός φυλάξοι, πετάγομαι εγώ, τι είναι αυτά που λες; Εμείς και στη Μάρπησσα που μεγαλώσαμε, είχαμε έναν μαύρο που βοηθούσε τον παππού σου στο μπακάλικο και τον είχαμε σαν οικογένεια, έμενε στο μαγατζέ και τον τάιζε ο παππούς σου, και τον πότιζε, πασάκο τον είχε, πώς είχες εσύ τη Λούνα το φοξ τεριέ;, έτσι και καλύτερα. Δε θα μου κάνεις εσύ, της λέω, μαθήματα φυλετικών διακρίσεων.

– Καλά της τα είπες. Και πώς είπαμε ότι τον λένε τον λεγάμενο;

– Μαμούν.

– Αυτό τώρα είναι όνομα, επίθετο ή παρατσούκλι;

– Δεν του πήρα και ληξιαρχική γεννήσεως, νομίζω όνομα.

–  Κατάλαβα. Αλίμονό μας. Από το “Έστιν ουν τραγωδία”, στο “έστιν ουν Μαμούν”, που θάγραφε κι ο Αριστοτέλης. Και είναι τουλάχιστον έτσι… ψηλός, καμαρωτός, μπρατσαράς, σαν αυτούς τους μπασκετμπολίστες;

– Στην φωτογραφία τον είδα, δεν τον μέτρησα.

– Μ’ αυτά τα δοντάκια, έτσι, τα ωραία, τα λευκά.., που έχουν οι μαύροι;

– Δε γελούσε στη φωτογραφία.

– Εδώ που τα λέμε, ούτε την Κυριακή άμα έρθει θα γελάσει.

– Τρέμω πώς να του το φέρω του Βαγγέλη. Τον ξέρεις τι αγύριστο κεφάλι είναι. Λέω να πω στη Βάνα να το αναβάλει, να βρω μια αφορμή, ότι δήθεν θα έρθουμε για φαγητό σε σένα..

– Απαπαπα, τρελάθηκες; Χειρότερα θα είναι. Αμα καταλάβει η μικρή ότι τον αποφεύγετε, θα κολλήσει πάνω του σαν στρείδι. Άπαπα, όχι, πες της να τον φέρει και κάτι θα σκεφτούμε.

– Ερασμία, τελείωσε. Την Κυριακή θα έρθεις και εσύ. Στο κάτω κάτω, θεία της είσαι, νονά της είσαι, έχεις και τον τρόπο να τον κουλαντρίζεις τον Βαγγέλη, όχι, όχι, όσο το σκέφτομαι πρέπει να έρθεις οπωσδήποτε.

– Τι να κάνω εγώ βρε Τασία Κυριακάτικα με τον μαύρο;

– Θα πω στο Βαγγέλη ότι θάρθεις τάχα μου να με βοηθήσεις με αυτό το φόρεμα που φτιάχνω. Μόλις μεσημεριάσει, θα πετάξω εγώ στο αδιάφορο, “δε κάθεσαι βρε Ερασμία να φάμε όλοι μαζί, να δεις και λίγο και τη Βάνα, ας κάτσει κι ο φίλος της, να φάει κι αυτός”, έτσι το σκέφτομαι, να το φέρω ξελακωτά, ξελακωτά.

– Βρε εγώ να έρθω, τον Βαγγέλη να δω πώς θα τον ημερέψουμε. Αυτός ο Μαμούν, τι δουλειά κάνει;

– Γιατρός. Σπουδαγμένος στην Αφρική και μετά στην Αγγλία. Ένα χρόνο έχει εδώ, μου είπε η Βάνα, και παιδεύεται να βγάλει ισοτιμία στα διπλώματα για να γραφτεί στον Ιατρικό Σύλλογο.

–  Α, είναι και γιατρός. Καλό αυτό. Θα αρέσει και στον Βαγγέλη. Και δε μου λες ρε Τασία …. δεν ξέρω βέβαια αν τα έχετε κουβεντιάσει με τη Βάνα, αλλά.. τόχω απορία βρε παιδί μου ….. αυτό που λένε για τους μαύρους..

– Τι λένε για τους μαύρους;

– Αυτό, ότι, ξέρεις….το αυτό τους….προικισμένοι βρε παιδί μου, πώς το λένε;

– Α, καλά, Ερασμία, εσύ θα μου τα κάνεις χειρότερα. Κι ύστερα ψάχνομαι εγώ ποιός της έβαλε λάδι της μικρής και κόλλησε τέτοια ζούρλα . Μα είσαι με τα σωστά σου, εδώ προσπαθώ να την ξεκολλήσω και θα κάτσω τώρα εγώ να το ρωτάω το παιδί τι νούμερο πουλί φοράει ο έγχρωμος..

– Ποιός έγχρωμος; ακούστηκε η χαρούμενη φωνή του Βαγγέλη, που μόλις μπήκε στο σπίτι.

– Βρε καλώς το Βαγγέλη μας, το καμάρι μας. Τι έγινε, αδερφούλη, νωρίς μας ήρθες.

– Παρασκευή σήμερα, είπα να την κοπανήσω λίγο νωρίτερα. Τι κάνει το γυναικάκι μου; Τι καλό έχει να φάμε;

– Έχω φτιάξει γεμιστά που σ’ αρέσουνε. Πήγαινε πλύσου και θα στρώσω τραπέζι.

– Ποιός είναι αυτός ο έγχρωμος που λέγατε;, φώναξε ο Βαγγέλης από το μπάνιο.

Σύζυγος και αδερφή άρχισαν να δαγκώνονται και να σπρώχνονται μεταξύ τους πάνω από το ταψί με τα ανυποψίαστα γεμιστά.

– Να σου βγάλω και φέτα που πήρα σήμερα, ή δε θες;, το έστριψε η Τασία.

– Βγάλε μου. Για ποιόν έγχρωμο λέγατε; επέμεινε ο Βαγγέλης, ξεκινώντας την επίθεση στην γεμιστή πιπεριά.

– Τίποτα μωρέ, ένας φίλος της Βάνας, που τη βοηθάει στη βιολογία. Ξέρεις, μένει εδώ στη γειτονιά, γιατρός είναι…. βέβαια…… και από ότι ακούω, είναι και πολύ καλός…

– Πολύ καλός σε τι;

– Στην ιατρική, ρε Βαγγέλη, άκου σε τι.

– Κι όταν λες έγχρωμος, τι χρώμα είναι;

– Έγχρωμος ρε Βαγγέλη, μαύρος.

– Όταν λες μαύρος, πόσο μαύρος;

Η Τασία κοίταξε συνωμοτικά την Ερασμία, κατάπιε ένα “γαμώ το σόι σας, γαμώ” και απάντησε αδιάφορα:

– Μαύρος, τι μαύρος? Δεν είναι και κατράμι, ένα καφέ κομοδινί, απαλό, σαν την κρούστα στο γαλακτομπούρεκο, ακούς εκεί μαύρος, αμέσως μαύρος.

– Έχει δίκιο η Τασία, ρε Βαγγέλη. Άκου μαύρος. Τα μούτρα σου το καλοκαίρι όταν γυρνάς από τα παραγάδια τα έχεις δει;

– Καλά ρε κορίτσια, μη βαράτε, μια ερώτηση έκανα.

– Δεν έκανες ερώτηση. Πήγες αμέσως να τον κακολογίσεις. Δε λες πάλι καλά, που κάθεται – κοτζαμάν γιατρός – και βοηθάει την κόρη σου με τα μαθήματα στο Βιολογικό, εσύ δεν είσαι που όλο της λες “τελείωνε και τελείωνε”; Να, και την Κυριακή μεθαύριο, θάρθει κι από το σπίτι να της κάνει ιδιαίτερα, γιατί την Τρίτη γράφει το παιδί. Για τέτοια ποιότητα χαρακτήρος μιλάμε. Και εσύ μαύρο τον ανεβάζεις, αράπη τον κατεβάζεις. Επειδή δηλαδή είναι λιγουλάκι μελαχρινός;

– Όλα καλά ρε κορίτσια. Αλλά δε μου λέτε. Εσείς οι δύο, πού το ξέρετε ότι δεν είναι μαύρος και είναι …”λιγουλάκι μελαχρινός”, όπως το λέτε; Τον είδατε;

Η Ερασμία, πιο ετοιμόλογη και καπάτσα, απάντησε αμέσως:

– Όχι, ρε κύριε, δεν τον είδαμε. Αλλά μας έδειξε η Βάνα μια φωτογραφία του, πριν φύγει να πάει στη Σχολή.

– Κι η Βάνα τη φωτογραφία του μαύρου τι την θέλει; Διαβατήριο θα του βγάλει;

– Ωχ μωρέ Βαγγέλη, από μια εκδρομή, όχι εκδρομή, νομίζω εδώ στο πάρκο στην καφετέρια, καθόταν όλη μαζί η παρέα, και..

Ο Βαγγέλης κοίταζε μία την Τασία, μία την Ερασμία και μια το τελευταίο κομμάτι φέτας, που την είχε ξαπλάρει άσπρο-άσπρο και προκλητικό στη μέση του πιάτου. Έκανε πίσω την καρέκλα, το πρόσωπό του σκοτείνιασε, αυτό το blue-black, σαν τους μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια του Ραβούση, και ψιθύρισε με δυσπιστία:

– Κορίτσια; Δε μου τα λέτε καλά.

============================================

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΕΝΑΤΟΝ – Mamoun, Sex Baloon 

New Picture

“If I’m still able to walk to the kitchen after sex, you don’t deserve a sandwich”. (Άγνωστης Μοναχής) 

– Kαι δε μου λες βρε Βανούλα, αυτός ο Μαμούν, μουσουλμάνος είναι;

– Μαμά, τρελάθηκες; Χριστιανός είναι ο άνθρωπος.

– Αχ, μπράβο!!!

Το πρόσωπο της Τασίας φωτίστηκε με εκείνο το χαμόγελο, που θα είχε ο Βαγγέλης, αν πριν από 22 χρόνια στο Έλενα, είχε βγει η μαμή από την αίθουσα τοκετών και είχε πει “Ο κύριος Ασωνίτης; Αγόρι!”.

– Και δε μου λες ρε μαμά, τι σε νοιάζει εσένα αν είναι χριστιανός ο Μαμούν;

– Παιδάκι μου, για να δω τι θα μαγειρέψω, μη του βγάλω κανένα χοιρινό λεμονιστό κι είναι ο άνθρωπος μουσουλμάνος και μου το πετάξει στα μούτρα.

– Α, απάντησε η Βάνα, με εκείνο το Α το στερητικό, που ερχόταν και με άλλη λέξη παρέα, αλλά αυτή κάτι έγινε και κατακάθισε στην τραχεία και βγήκε τελικά το Α μοναχό του.

===============================
– Τι κόπος, βρε Μωυσή, χαρά μας, ευκαιρία είναι να βρεθούμε και οικογενειακώς, ναι, θάναι κι η Βάνα σπίτι, διαβάζει για την εξεταστική, ναι, ναι, δύο, δυόμισι σας περιμένουμε.

Μέσα από την κουζίνα, πάνω από τον τσιτσιρίζοντα κιμά, η Τασία είχε συναρμολογήσει το ραντάρ επιφανείας και παρακολουθούσε τη συνομιλία.

– Αν σκοπεύεις να μου κουβαλήσεις σήμερα μουσαφιραίους, να το ξέρω, όπως βλέπεις δεν έχω σηκώσει κεφάλι από το χάραμα, αύριο Κυριακή έχουμε τραπέζι, το ξέχασες;

– Τραπέζι, τι τραπέζι;

– Τραπέζι, τρόπος του λέγειν, δε θάρθει αύριο η αδερφή σου από δω, να με βοηθήσει με το φόρεμα;, θάναι και η Βάνα με το γιατρό, τι θα τους κάνω;, θα τους πω το μεσημέρι, παιδιά ευχαριστώ που ήρθατε, άντε τώρα σπίτια σας να φαρμακώσετε και το απόγευμα με το καλό, μας ξανάρχεστε;

– Θάρθει αύριο από δω η Ερασμία;

– Και βέβαια.

– Και θάναι και η Βάνα με τον μαύ-, τέλος πάντων με τον μελαχρινό;

– Εννοείται.

– Ωχ.

Η Τασία σκούπισε τα χέρια της στην ποδιά της, εν αναμονή της ανατροπής του προγράμματος.

– Ο Μωυσής ο Μπενρουμπής. Ο προμηθευτής μου. Ήρθε σήμερα από Θεσσαλονίκη και φεύγει αύριο το βράδυ. Θέλει να βρεθούμε. Του είπα να έρθει αύριο το μεσημέρι σπίτι να φάμε μαζί.

– Α, και γιαυτό σκας; Αμάν ρε Βαγγέλη, τον κατακλυσμό φέρνεις, ένα πιάτο παραπάνω.

– Δε… δε κατάλαβες καλά. Ο Μπερνρουμπής δεν ήρθε μόνος του. Είναι κι η γυναίκα του η Σάρα εδώ.

– Ε, τι ένας, τι δύο, τέλος πάντων, θα τους βολέψουμε.

– Ήρθε όμως και η κόρη του, η Γαβριέλα. Με τον αρραβωνιαστικό της.

– Βαγγέλη, δε μου λες, σκοπεύεις να μου κουβαλήσεις εδώ κυριακάτικα ολόκληρη τη συναγωγή;

– Δηλαδή ρε Τασία, σε πειράζει που είναι Εβραίοι;

– Ναι, κύριε, με πειράζει. Οι Εβραίοι σταυρώσαν το Χριστό.

– Δε σε είδα να έχεις αντίστοιχο πρόβλημα με τους μαύρους.

– Βαγγέλη, άμε μου στο διάολο. Κι αν θέλεις να ξέρεις, ο Μαμούν είναι χριστιανός.

– Μαμούν τον λένε τον σκυλάραπα;

– Από το Γαβριέλλα, καλύτερο είναι. Εμείς στην Πάρο είχαμε ένα μουλάρι που το λέγαμε Γαβριέλλα.. Και σε περίπτωση που το ξέχασες, ο μαύρος είναι και γιατρός.

– Κι η Γαβριέλλα, Τασία μου, γιατρός είναι. Και ο αρραβωνιαστικός της επίσης.

– Να τους πεις να ανοίξουνε εβραϊκό ιατρείο. Θα μπαίνεις για σκωληκοειδίτη και θα σου παίρνουνε για ενέχυρο το νεφρό. Τέλος πάντως, άσε. Να μη μιλήσω. Γιατί μετά με λες και κακιά. Άρα, 3 εμείς, ένας ο Μαμούν, μία η Ερασμία, πέντε και 4 οι Μπενρουμπήδες, εννιά νοματαίοι. Δε θα φτάσουν. Να πας να μου πάρεις κιμά. Και μια κρέμα γάλακτος. Θα φτιάξω και μια μακαρονάδα, καλού κακού. Είναι και ταμαχιάρηδες αυτοί οι Εβραίοι, άμα είναι σε ξένο σπίτι, τρώνε το καταπέτασμα.
=======================================

– Τα τυμάσαι ότι το αυξητική ορμόνη παράγκεται στο υπόφυση. Σήμερα, το αυξητική ορμόνη παράγκεται με τεκνική ανασυντυασμένου DNA, όπως το ινσουλίνη και τα ιντερφερόνες..

–  Μμμμ, τώρα που είπες αυξητική ορμόνη… είπε ναζιάρικα η Βάνα και έχωσε τρυφερά το χέρι της ανάμεσα στα πόδια του Μαμούν.

– Τρελάθηκε; είναι μέσα γκονείς σου..

– Μέσα είναι, δεν είναι εδώ μέσα. Έχω κλειδώσει την πόρτα.

Όσα δεν ήξερε η Βανούλα από ορμονικές ιδιότητες, τόσα γνώριζε από πρακτική ανατομία πεδίου. Το χέρι της πέρασε απαλά από το λαιμό του Μαμούν, κατέβηκε στον μείζονα θωρακικό, με ιδιαίτερη έμφαση στις θηλές, άνοιξε το πουκάμισο, κατηφόρισε τον ορθό κοιλιακό, πήγε λίγο στο πλάι, ακολουθώντας με τα νύχια τον βουβονικό σύνδεσμο (σύνδεσμος του Poupart), για να καταλήξει σε μια δερμάτινη ζώνη, την οποία έσκυψε και έλυσε με τα δόντια – με μαεστρία που θα ζήλευε κι ο Χουντίνι – για να καταλήξει, που αλλού?, στην απάντηση στην ερώτηση της θείας της Ερασμίας “είναι αλήθεια αυτό που λένε για τους μαύρους;”.

Το φούσκωμα στο παντελόνι του Μαμούν, δεν άφηνε περιθώρια για αμφιβολίες.

Αλήθεια ήτανε.

– Παιδιά, τελειώνετε σιγά-σιγά, έρχονται όπου νάναι κι οι Μπενρουμπήδες, φώναξε η Τασία από το διάδρομο.

Ο Μαμούν αναπήδησε σαν νερόμπαλα από το φόβο του, αλλά η μικρή Βανούλα δεν είχε σκοπό να βάλει φρένο στις ορέξεις της.
Με μια χορευτική φιγούρα, κάθισε πάνω στο γραφείο μπροστά στον έκπληκτο Μαμούν, σήκωσε αργά τη φουστίτσα της, άνοιξε τα πόδια ακουμπώντας τον με τα ακροδάχτυλα στην κοιλιά, πλησίασε τα σουφρωμένα χειλάκια της στα χείλη του γιατρού, ψιθυρίζοντας “τι θα μου κάνει τώρα το Μαμούν, μέχρι να έρθουν οι Μπενρουμπήδες; Η Βανούλα είναι αρρωστούλα και πονάει, κοίτα γιατρέ, πονάει εδώ χαμηλά, θα μου το φιλήσει ο γιατρός να μου περάσει;”.

Η Βανούλα δεν ήταν από τις κοπέλες που περιμέναν ένορκη δήλωση βουλήσεως από τον συνομιλητή της. Άρπαξε κατευθείαν τα σγουρά μαλλιά του Μαμούν, οδηγώντας το πρόσωπό του με χειρουργική ακρίβεια στο πάσχον σημείο, τυλίγοντας παράλληλα τα καλλίγραμμα πόδια της γύρω από τον λαιμό του. Έξω από την πόρτα, η κυρά-Τασία φώναζε, ελάτε Βανούλα, ήρθε η νονά σου, η Βανούλα να αναστενάζει βουβά, να πιέζει το κεφάλι με μανία και να σφίγγει τα πόδια σαν πίθωνας, ο Μαμούν αβοήθητος, σκεπασμένος σαν κοκκινοσκουφίτσα με τη φούστα, σε ένα σκοτάδι, μαύρο, πρωτόγνωρο, ηδονικό, σαν το προφιτερόλ υγείας στον Ανδριά, Κυριακή απόγευμα, που ούτε το κοπάνημα της κυρά- Τασίας στην πόρτα δεν θα μπορούσε να το διακόψει.

-Βανούλα, τελειώνεις;

[δεν τελειώνει, Συνεχίζεται..]
* Η ζωγραφιές: Ο Μαμούν στο Ντινέρ και η Πάσχουσα Βανούλα, by the one and only Βασίλης Γιοκουσκουμτζόγλου

** Μουσική Υπόκρουσις: Stereo MCs – Black Gold

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

%d bloggers like this: