Lenox, Georgia

Μαζευτήκαμε στην είσοδο που μας ήθελε ο διαχειριστής συνέλευση, να βάλουμε, λέει πυροσβεστήρες στους ορόφους, διότι προβλέπεται από την νομοθεσία, και άνθρωποι είμαστε, κάτι γίνεται ξερωγώ, και είπε ο τρίτος όροφος κάντε ότι θέλετε, εγώ πάντως δεν πληρώνω κερατιάτικα, να τα βάλει όποιος θέλει στον όροφό του, κι’ αυτός έχει ασφάλεια πυρός. Και τούπε ο διαχειριστής άλλο τόνα κι’ άλλο τ’ άλλο, και που ο γιός του -ο γιός του τρίτου ορόφου δηλαδή- που είναι δώδεκα, καπνίζει στο διάδρομο, ορίστε γιατί χρειάζεται οι πυροσβεστήρες. Και τότε ο τρίτος όροφος που είναι τσαγγός λίγο του είπε του διαχειριστή ψεύδεσαι, και που ξέρω γω που δεν παίρνεις προμήθεια από τους πυροσβεστήρες, και ο διαχειριστής του είπε να μαζέψει το γιό του και που ξέρω γω αν δεν έχει πυρομανία και βάλει φωτιά στην πολυκατοικία, και ο τρίτος όροφος τον είπε λαμόγιο, και πήγαν να αρπαχτούν ως συνήθως, οπότε επενέβην, διότι ως εκείνη την στιγμή παρακολουθούσα σιωπηλώς.

-Θα σας πω μία ιστορία, είπα, “η οποία είναι αυθεντική εκατό τοις εκατό. Και μετά ό,τι πει η πλειοψηφία, κι’ εγώ μαζί σας, αλλά παρακαλώ να μην με διακόψετε. Είχα έναν θείο στην Ατλάντα, στην Τζώρτζια των Ηνωμένων Πολιτειών, πάει πέθανε αυτός, κι’ έχει ένα παιδί που είναι ξάδερφός μου, τον Χρηστάκη. Αυτός ο Χρηστάκης πήρε τον κακό δρόμο, δεν ήταν πολύ σόι, εργατικός, να παντρευτεί, δουλειά ξερωγώ, ήταν ρεμπεσκές. Έπινε, χαρτί, πουτάνες, ναρκωτικά πολλά, εμπορία και χρήση, μ’ έναν άλλο, αμερικανός αυτός, του ιδίου φυράματος. Κονομήσανε κανά κιλό κόκα, και ηρωίνη ξερωγώ, και λένε πάμε να τα πουλήσουμε στο Μαιάμι, Φλώριντα, να κονομήσουμε. Αλλά πριν ξεκινήσουνε, μπλέξανε με κάτι γυναίκες, εκδιδόμενες αυτές, πίνανε, ουίσκια, κόκα, συνέχεια, και οι εκδιδόμενες επίσης, αυτές κάνανε και ηρωίνη, πολυέξοδες εντωμεταξύ, τους ψωνίζανε και ρούχα πολυτελείας, παπούτσια, κουστουμιές παίρνανε αυτοί, ντολτσεβίτα να πούμε, κι’ ένα ούζι για ασφάλεια, να μην μακρηγορώ, φύγανε να πάνε στο Μαϊάμι. Πήρανε την Εθνική, Ιντερστέητ σεβεντη φάι τη λένε, την Εθνική. Και οι πουτάνες μαζί κι’ αυτές.”

“Αλλά δεν είχαν υπολογίσει καλά τα λεφτά, λόγω που σκορπάγανε αφειδώς, και ξεμείνανε, ούτε για βενζίνη δεν είχε. Οπότε λέει ο αμερικάνος ξέρω ένα κωλοχώρι εδώ κοντά, Λένοξ λεγόταν το κωλοχώρι, να πάμε εκεί να βρούμε να σπρώξουμε λίγα φιξάκια ξερωγώ, και συνεχίζουμε. Πάνε στο Λένοξ, μπαίνουνε σ’ ένα μαγαζί, ήτανε κάτι άνθρωποι μέσα. Τους λένε θέλετε ναρκωτικά; Αυτοί πίνανε μπύρες, εντωμεταξύ, τσαντιστήκανε, και βγάζει ο μαγαζάτορας το κουμπούρι και τους λέει δε πάτε στο διάολο, λεχρίτες. Οπότε βγαίνουν έξω, αλλά ο Χρηστάκης ήταν πολύ οξύθυμος από την κόκα, τον έπιασε το ρωμέικο, και λέει θα του δείξω του πούστη, και βγάζει το ούζι από το πορτμπαγκάζ και πάει πίσω, και τους έφαγε όλους λάχανο, σπάσανε και τα μπουκάλια, ποτήρια, γυαλιά καρφιά, χαμός. Οι άλλες οι χαμένες γελάγανε. Φύγανε, με τα πολλά.”

“Αλλά δεν σκεφτήκανε να πάρουν το ταμείο, μετά το σκεφτήκανε τι ανοησία κάνανε. Και λένε δεν πάμε να ληστέψουμε την τράπεζα, έχει μια μικρή τράπεζα στο Λένοξ, για τους ντόπιους. Χίλια άτομα δηλαδή, τόσοι κάτοικοι έχει το Λένοξ. Οκτακόσιοι ογδόντα εννέα, για την ακρίβεια. Μπαίνουνε μέσα, ληστεία λέει. Αλλά είχε χρονοδιακόπτη, και περιμένανε. Οπότε λέει ο αμερικάνος δεν τραβάμε καμιά γραμμούλα, γιατί είχε τη σακούλα μαζί του, φοβόταν να την αφήσει στο αυτοκίνητο μην τους την φάνε τίποτα κλέφτες, οπότε ανοίγει τη σακούλα, αλλά δεν πρόσεχε, ήταν και φρικαρισμένος από την όλη φάση, και την χύνει έξω τη μισή, τι τη μισή, σχεδόν όλη την έχυσε. Ε, τι να κάνουνε, την ρουφάγανε από το πάτωμα μην πάει χαμένη, όση προφτάσανε δηλαδή, διότι εκείνη τη στιγμή μπουκάρει η αστυνομία, και πυροβολάγανε, έτσι κάνουνε η αστυνομία εκεί, δεν ρωτάνε πρώτα τι τρέχει, ξερωγώ, αλλά ήταν μάλλον ηλίθιοι, πάρτον κάτω τον ταμία κατά λάθος, είχε ανοίξει ο χρονοδιακόπτης και έβαζε αυτός τις δέσμες τα δολλάρια στη σακούλα με την κοκαίνη, οπότε έφαγε μία σφαίρα στο κρανίο αποπίσω, και του χύθηκαν τα μυαλά από μπροστά, πάνω στα δολλάρια. Έφαγε και άλλη μία η μία εκδιδόμενη στην κοιλιά. Αυτή που γέλαγε. Αλλά ρίχνει και ο Χρηστάκης, που ήταν πασπαλισμένος με κόκα πατόκορφα σα κουραμπιές και δεν τον βλέπανε, ήταν μπρούμυτα και ρούφαγε, τρρρρρρρττττττ κελάηδησε το ούζι, πάνε και η αστυνομία λάχανο. Αλλά πάλι μείνανε ρέστοι από λεφτά, διότι ποιός να μαζέψει τα δολλάρια μέσα από τα μυαλά, σιχαινόντουσαν!”

“Οπότε τώρα που είχε ηρεμία, είπανε να κάνουν λίγο σεξ να χαλαρώσουνε, να σκεφτούν τι θα κάνουνε μετά. Ήτανε κι’ ένας ινδιάνος, πελάτης της τραπέζης. Οπότε τον είδε εκείνη που είχε φάει τη σφαίρα, και θυμήθηκε που είχε ακούσει που οι ινδιάνοι είναι οι καλύτεροι ερασταί του κόσμου, και λέει τον θέλω, οπότε λένε αυτοί, δεν γαμιέται, ποιός ζει ποιός πεθαίνει την σήμερον, οπότε εκεί που ενεργούσε ο ινδιάνος επί της εκδιδομένης που πότιζε με το αίμα της την κοκαΐνη, πάει, πέθανε κι’ αυτή. Μάλλον από την ηδονή. Οπότε η άλλη μούνταρε τον ινδιάνο, ούτε αιδώ ούτε τίποτα. Μάλλον θα ζήλεψε. Οπότε λέει ο αμερικάνος του Χρηστάκη δε πα να φύγουμε από δω, γιατί βλέπω να πηγαίνει μακριά η βαλίτσα με τη λυσσάρα. Οπότε βγαίνουν έξω, αλλά κάτι είχαν μυριστεί οι χωρικοί, κι’ είχανε μαζευτεί, οπλισμένοι εντωμεταξύ, όλοι κειπέρα έχουνε πολεμικά τυφέκια νομίμως υπερσύγχρονα, κι’ αρχίσανε και ρίχνανε, αλλά δεν τους πετυχαίνανε, μόνο το αυτοκίνητο το κάναν σουρωτήρι. Μπήκαν αυτοί με τα πολλά, γκαζώσανε, φύγανε. Λέει ο αμερικάνος, τουλάχιστο να βάλουμε λίγη βενζίνη, να μην μείνουμε, τρία βενζινάδικα έχει το Λένοξ. Πάνε, γεμίζουνε, φύγανε, ούτε πληρώσανε, ούτε τίποτα. Εντωμεταξύ, οι ντόπιοι τους ψάχνανε εδώ κι’ εκεί, που να σκεφτούνε πως αυτοί θα κάνουν στάση για βενζίνη.”

“Παίρνουν αυτοί πάλι το ιντερστέιτ σεβεντηφάι, σανίδα για το Μαϊάμι. Κόκκαλο και οι δύο, εντωμεταξύ. Και όπως ήταν φυσικό, ούτε καν σκεφτήκανε να κάνουνε τι που θα πάνε στο Μαιάμι, διότι την κόκα την χύσανε, την δε ηρωίνη την είχε η σαρδανάπαλη στο βρακί της. Αλλά αυτό ελαχίστη σημασία είχε. Διότι το αμάξι από τις σφαίρες διέρρεε βενζίνη, και γέμισε καπνούς, διότι κάποιο βραχυκύκλωμα είχε συμβεί από το ντουφεκίδι, ανοίξανε τα παράθυρα, αλλά πολύ ντουμάνι, σταματήσανε να βγουν έξω μη σκάσουνε, ευτυχώς δηλαδή, διότι μόλις βγήκανε λαμπάδιασε το αυτοκίνητο. Σταμάτησε η κίνηση, κατεβήκανε οι οδηγοί, οι νταλίκες, κοιτάζανε από μακριά, τάχαν χαμένα όλοι. Τι να κάνουνε λοιπόν, ο Χρηστάκης και ο άλλος, αράξανε παρακεί στο γκαζόν και κοιτάζανε τη φωτιά.”

Μείνανε όλοι οι συνιδιοκτήται έκθαμβοι, δεν ξέρανε τι να πούνε.

-Καλά, έσπασε τη σιωπή ο διαχειριστής, “και πόσα χιλιόμετρα μακριά είναι αυτό το κωλοχώρι;”

-Το Λένοξ; Από το Μαϊάμι ή από την Ατλάντα; του λέω κι’ εγώ, του τραχανά.

-Από την Ατλάντα, λέει αυτός.

-Εκατον ογδόντα δύο μίλια, του λέω.

-Δηλαδή σε χιλιόμετρα; ξαναλέει αυτός. (Τώρα, τι σχέση είχε πόσο είναι Ατλάντα-Λένοξ, ή Λένοξ-Μαϊάμι, μπες εσύ στο μυαλό του διαχειριστή κι’ έλα πες μου.)

-Τρακόσα, του λέω. “που θες να καταλήξεις;”

Δεν μίλησε κανείς, τι να πούνε δηλαδή;

Διότι άμα γίνεται το έλα να δεις, το αν υπάρχει ή δεν υπάρχει πυροσβεστήρας, εχέστηκε η φοράδα μέσα στο Γενή Τζαμί.

Η φωτό: Interstate75, κοντά στο Λένοξ, Τζώρτζια, από εδώ:
http://www.jdudleygreer.com/theline.lenox.html

Το τραγούδι: Georgia Οn Μy Μind, με τον Ray Charles

Περισσότερα για το Λένοξ, εδώ:
https://en.wikipedia.org/wiki/Lenox,_Georgia

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

%d bloggers like this: