Ένας παπαγάλος από το Ζευγολατιό

«Να ποτίσω?, ρώτησε,
Ρώτησε και πότισε,
Βράχηκε, λασπώθηκε
Κι έτσι σιναχώθηκε.
Και μετά από όλα αυτά,
Πυρετοί και εμετά.
Έτσι χειροτέρεψε,
Δεν έτρωγε και έρεψε.
Κι όταν το ρολόι του, στον τοίχο τρεις αντήχησε,
Τι ήθελα το πότισμα?, είπε
Και ξεψύχησε.»

ΜΠΟΣΤ

«Βόηθα Παναγιά μου, να βρεθεί επιτέλους ένα γιατρός, να μου πει τι έχω» σκέφτηκε ο θείος Ανάργυρος.
Ακουγόταν μόνο το γρατζούνισμα από τα νύχια του γιατρού πάνω στις εξετάσεις, με υπόκρουση το αγροτικό που περνούσε απ’ έξω. «Το παλιατζή, παλιατζή, παλιατζή. Παλιά σώματα, παλιά θερμοσίφουνα, παλιές μπανιάρες».
– Είστε είπαμε γεννημένος το ….?
– 1938.
– Άρα 80. (“γιατρός σου λέει ο άλλος. Ούτε μια αφαίρεση δεν μπορεί να κάνει”, σκέφτηκε ο θείος Αργύρης). Για την ηλικία σας, δε βλέπω κάτι το ανησυχητικό. Ο προστάτης είναι λίγο διογκωμένος, υπάρχουν εκτεταμένες αποτιτανώσεις – προφανώς από παλιές προστατίτιδες – αλλά ως εκεί. Και το PSA φυσιολογικό. Από μένα, είστε όπως λέμε, ελεύθερος ιατρού. Να σας ξαναδώ σε ένα χρόνο.

Ο θείος Αργύρης πλήρωσε τα πενήντα ευρώ με πόνο εξαγωγής φρονιμίτη, μπήκε στο αγαπημένο του Φόρντ Τάουνους – αχ, δε φτιάχνονται πλέον τέτοια τάνκερ – και επέστρεψε στο Ζευγολατιό μπερδεμένος, διαγνωσμένος και φτωχότερος.

«Εγώ σε γιατρό δεν ξαναπάω, το ορκίζομαι στην ψυχή της μανούλας μου», μουρμούρισε ο Αργύρης παρκάροντας το θωρηκτό κάτω από την καλαμωτή, δίπλα στο σπίτι.

Η θεία η Μερόπη είχε μόλις επιστρέψει από την εκκλησία και είχε βάλει μπρος το καθάρισμα στα φασολάκια. Κάθε Τρίτη λαδερό. Πιο πιθανόν ήταν να βάφτιζε η Δούκισσα του Σάσσεξ το βασιλικό μωρό Χαράλαμπο, από το να έρθει μια Τρίτη που να μη φάνε οι Αργυρίου φασολάκια. Γιατί οι Αργυρίου είχαν πρόγραμμα σε όλα.

Η θεία Μερόπη είχε περάσει τα τελευταία 50 χρόνια του ήσυχου βίου της μεταξύ εκκλησίας και κουζίνας, ο δε θείος Ανάργυρος μεταξύ γιατρών, νοσοκομείων, καφενείου και βεράντας. Του έτυχαν δύσκολα του Ανάργυρου, η αλήθεια να λέγεται. Βέρος Πειραιώτης μάγκας, γνωστός στα Καμίνια με το ψευδώνυμο «Χρυσός» – άλλοι έλεγαν ότι ήταν λογοπαίγνιο με το Αργύρης, άλλοι ότι έμοιαζε στον Τέρη Χρυσό, με τη μάνα μου να επιμένει στη δεύτερη εκδοχή, και για να το λέει η μάνα μου, σίγουρα δε το ξέρει, αλλά και ποιος είμαι εγώ για να πάω κόντρα στη μάνα μου, μη σας τα λέω, τα ξέρετε.

Μετά από έναν καβγά σε καφενείο στα Μανιάτικα, όπου τον πυροβόλησαν στην κοιλιά και τη γλίτωσε από θαύμα, η οικογένεια του Ανάργυρου τον έκανε χρυσό να σηκωθεί να φύγει από τον Πειραιά το συντομότερο. Η μάνα του, η συγχωρεμένη η κυρά Λένη, του βρήκε και μια καλή κοπέλα, της εκκλησίας – τη Μερόπη – τον πάντρεψε (γιατί πάντα, πίσω από κάθε μεγάλη απόφαση ζωής καραδοκεί μια μανούλα, κι ας μην το ξέρεις, ούτε εσύ, ούτε η μανούλα) και τον φυγάδευσε στη Βόχα, 30 χρονώ παλικαράκι, να ζήσει ήσυχα και νοικοκυρεμένα, με τη γυναικούλα του, τα προικώα χωραφάκια του, το Φόρντ το Τάουνους του και μια σφαίρα στην κοιλιακή χώρα, που τον έσφαζε κάθε φορά που σάρωνε ο Μαΐστρος το Ζευγολατιό.

Από τότε που έφτασε στο χωριό, θες το κλίμα, θες η σφαίρα, θες η μοίρα του η κακιά κι ανάποδη, δεν ησύχασε από τους πόνους. Πόνοι και ενοχλήσεις παντού. Χέρια, πόδια, κοιλιές, καρδιές, πες ένα όργανο και ο Ανάργυρος πονούσε. Πέρασε τα τελευταία τριάντα χρόνια να περιφέρεται από νοσοκομείο σε γιατρό κι από κλινική σε κτηνίατρο, να προσπαθεί να βρει τι του συμβαίνει. Χαμένος χρόνος. Ούτε κύστη κόκκυγος δεν του βρίσκανε. «Θηρίο είσαι, Ανάργυρε, μην παραπονιέσαι καθόλου», έτσι του λέγαν οι κωλόγιατροι.

Θηρίο ναι, αλλά λαβωμένο θηρίο.

Κι αυτές οι διαγνώσεις ήταν που θέριευαν τη δυσπιστία του Αργύρη προς τους γιατρούς, φουντώνοντας παράλληλα τη ζήλεια του εναντίον της Μερόπης.

Γιατί η θεία η Μερόπη, είχε τα πάντα: Ανεπάρκεια, Βρογχοκοίλη, Γαστρίτιδα, Δάκο, Εμμηνόπαυση, Ζαλάδες, σας τα λέω με αλφαβητική σειρά για να έχετε εικόνα. Και θα μπορούσε κάλλιστα να περηφανεύεται ότι είναι ίσως η μοναδική ασθενής μέσα σε όλη την Κορινθία που έπασχε από τουλάχιστον μία ασθένεια ανά γράμμα της αλφαβήτου, αλλά για κακή της τύχη, οι μαλάκες οι δερματολόγοι στο Συγγρού δεν μπορούσαν να αποφασίσουν αν αυτές οι κοκκινίλες στα δάχτυλα των ποδιών της ήταν απλώς ατοπική δερματίτιδα από απλυσιά ή Ψωρίαση.

Κι αυτό, ο Ανάργυρος της Μερόπης δεν της το συγχωρούσε με τίποτα.

Τώρα η Μερόπη, που της εκκλησίας ήτανε, αλλά χαζή δεν ήτανε, είχε καταλάβει τη μανία του άντρα της και προσπαθούσε να βοηθήσει, με το μοναδικό τρόπο που ήξερε. Ακόμα κι εκείνη την Τρίτη, είχε πάει από νωρίς πρόσφορο στην εκκλησία και είχε ανάψει και τρία κεριά «Βόηθα Παναγίτσα μου, να του βρει ο γιατρός μια αρρώστια του Ανάργυρου, έστω μια προστατίτιδα, μπας κι ησυχάσουμε. Βόηθα με και μένα να μην περάσω άλλη αρρώστια. Και βόηθα και το Βασιλάκη μας να είναι καλά και χαρούμενος». Ο Βασιλάκης της, που στα 45 του επέμενε να είναι ο Βασιλάκης της, ήταν ο μοναχογιός και το άλλο μεγάλο μαράζι της Μερόπης.

Ο Βασιλάκης είχε από μικρός ένα χούι: ότι έβρισκε το έκλεβε. Από μπουγάδες και κότες, μέχρι κινητά και πορτοφόλια στις καφετέριες. Οι γιατροί είχαν βάλει διάγνωση ότι ήταν κλεπτομανής. «Χάθηκε ο κόσμος να είχε τουλάχιστον μια άλλη ασθένεια από «κάπα», δε σου λέω την αρρώστια την κακιά – όξω και μακριά από μας – μια άλλη, ας έπαιρνε από μένα τουλάχιστον, που έχω κοιλιοκάκη», παραπονιόταν η Μερόπη στην κυρά-Τασία την καντηλανάφτισσα.

– Δε πειράζει Μερόπη μου, είναι καλό το παιδί και κατανυκτικό, κάθε απόγευμα κοπιάζει στην εκκλησία πριν κλειδώσω και ανάβει ένα κερί και προσεύχεται. Και χθες Δευτέρα, πάλι εδώ ήτανε, εγώ τάιζα τον παπαγάλο του παπα-Γρηγόρη και πέρναγα με άζαξ τα βιτρό στο ιερό και δε με είδε, μπαίνει που λες, πάει στην εικόνα της Παναγιάς τη Μεγάλη και της μιλούσε.

– Και τι της έλεγε? ρώτησε η Μερόπη, προσπαθώντας με νύχια και με δόντια να συγκρατήσει τα δάκρυά της.

– «Βόηθα, Παναγιά μου το Βασιλάκη, να μην τον πιάσουνε». Αυτό έλεγε.

Αν το άκουγε αυτό μια αγγλίδα θρησκευάμενη γεροντοκόρη στο Μπράιτον θα απαντούσε «It’s a start», αλλά η Μερόπη, παντρεμένη από τα 19 της με τον Αργύρη και γέννημα-θρέμμα από το Ζευγολατιό, δε μπορούσε να επιδείξει ανάλογη ψυχραιμία. Έμπηξε κάτι κλάματα ξεγυρισμένα, να τρέχουν τα δάκρυα νερό, τρόμαξε να την βάλει η Τασία στο αμάξι να την πάει σπίτι, να αρχινίσει εγκαίρως με τα φασολάκια, μη γυρίσει πάλι ο Ανάργυρος αδιάγνωστος και δε βρει και το τραπέζι στρωμένο και ποιος τον ακούει τον κερατά.

Κάτσανε στο τραπέζι οι τρεις τους αμίλητοι.

Η Μερόπη είχε βάλει μια ντάνα φασολάκια σε κάθε πιάτο, στη μέση φέτα λαδορίγανη και ψωμί μοναστηριακό, από το φούρνο του Τεκάκη. Κάνανε ταυτόχρονα το σταυρό τους, είπε ο καθένας από μέσα του την δική του προσευχή – γιατί οι προσευχές είναι πολύ προσωπικό θέμα, όλοι το ξέρουμε αυτό – και ξεκίνησαν το φαγητό.

Μόλις απόφαγαν, ο Αργύρης έκανε πίσω την καρέκλα, άναψε ένα Καρέλια κασετίνα, κοίταξε με προσοχή τη Μερόπη και τον Βασιλάκη και ξεκίνησε:

– Όπως ξέρετε, σήμερα πήγα στον ουρολόγο στην Κόρινθο.
– Σου βρήκε τίποτα?, ρώτησε γεμάτη ελπίδα η Μερόπη.
– Απολυτως τίποτα.
– Κρίμα.
– Σήμερα όμως έμαθα κάτι πολύτιμο. Καθώς ερχόμουν από το γιατρό, λίγο πριν φτάσω στο Λέχαιο, πέτυχα στο φούρνο τον παλιό αμυντικό της Κορίνθου, τον Νίκο τον Κουρμπανά, που από παίκτης έγινε προπονητής και μου είπε ότι τώρα σκέφτεται να ανοίξει ένα μεγάλο 5Χ5 στο χωριό του, το Βέλο.  Και τότε κατάλαβα ότι ποτέ δεν είναι αργά να κάνει κανείς μια νέα αρχή. Να επιστρέψει κανείς στον γνήσιο, αληθινό, απελευθερωμένο εαυτό του. Να κάνει το μεγάλο come-back. Εγώ θα το κάνω. Σε γιατρό, ορκίζομαι να μην ξαναπατήσω ποτέ. Θα ζήσω όσο μου μένει ξέγνοιαστος, ελεύθερος, χωρίς φόβους, εμμονές και τρέλες. Και σας συμβουλεύω να κάνετε το ίδιο. Όλοι έχουμε κάποιες κακές συνήθειες. Αυτές μας καταπίνουν τη ζωή. Μόλις το καταλάβεις αυτό, ελευθερώνεσαι. Πετάς. Εσύ, Μερόπη, να βάλεις ένα φρένο με τα θρησκευτικά. Σου έχουν κάνει το μυαλό κολοκυθόσουπα. Και εσύ, Βασιλάκη, είναι καιρός πια να κάνεις μια καινούργια αρχή. Να σταματήσεις… τέλος πάντων …. ξέρεις εσύ τι να σταματήσεις και να βρεις μια δουλειά. Σε αυτό, θα σε βοηθήσω εγώ. Τώρα που δε θα τρώμε όλα μας τα λεφτά στους γιατρούς και τις εκκλησίες, θα μαζέψω χρήματα και θα σου ανοίξω ένα ψιλικατζίδικο στο Βραχάτι.

– Βραχάτι! Βραχάτι!, ακούστηκε μια φωνή.

Ανάργυρος και Μερόπη πετάχτηκαν από τις καρέκλες σαν ελατήρια.

– Μη φοβάστε, δεν είναι τίποτα. Βρήκα έναν παπαγάλο και τον έφερα σπίτι. Τον έχω στο δωμάτιό μου. Είναι καταπληκτικός! Και μιλάει συνέχεια!

– Και πού τον βρήκες Βασιλάκη τον παπαγάλο?, ρώτησε έντρομη η Μερόπη.

– Μου τον έκανε δώρο ένας φίλος μου.

– Αργύρη, νομίζω ότι πρέπει να επισπεύσουμε το σχέδιο για το ψιλικατζίδικο.

Στις μέρες που ακολούθησαν, ο Αργύρης δε ξαναπήγε σε γιατρό. Καθόταν σπίτι τα πρωινά, έβλεπε τηλεόραση και μάθαινε λέξεις στον παπαγάλο. Τον άφηνε μάλιστα να πετάει ελεύθερος στο σαλόνι και δεν τον μάλωσε ποτέ, ούτε όταν κουτσούλησε το σεμέν της τηλεόρασης, ούτε όταν μασούλησε την νότια πλευρά της φλοκάτης, ούτε καν όταν έσπασε με τα φτερά του το σπιτάκι-θερμόμετρο, που αποτελεί σπάνιο και εμβληματικό αξεσουάρ για κάθε σπίτι που σέβεται τον εαυτό του στην Κορινθία. Σύντομα, δέθηκαν τόσο πολύ, που θα περίμενες ότι ο Ανάργυρος θα ανοίξει το ψιλικατζίδικο στον παπαγάλο αντί στον Βασιλάκη.

Έκανε και μεγαλεπίβολα όνειρα ο Ανάργυρος. Είχε βρει ένα ωραίο μαγαζί, στο Αζίζι, παραλιακό, ότι πρέπει για ψιλικατζίδικο. Φανταζόταν ήδη το Βασιλάκη να στέκεται κορδωτός πίσω από την ταμειακή, αρχικαταστηματάρχης, κι αυτός να κάθεται έξω, σε καρεκλάκι σκηνοθέτη πλιάν, να καπνίζει και να δείχνει στους τουρίστες τον παπαγάλο, τη μασκότ του μαγαζιού.

Αλλά και η Μερόπη, άρχισε να ξεκόβει από την εκκλησία. Ειδικά όταν ο παπα-Γρηγόρης της ανακοίνωσε ότι έχασε τον παπαγάλο του και την κοίταξε με αυτό το βλέμμα που έχουν οι δασκάλες όταν ξέρουν ότι αντέγραψες στη γεωμετρία, αλλά δε σε πιάσανε στα πράσα με το σκονάκι, και τώρα, έξαλλες από οργή, θέλουν να σου τρυπήσουν την καρδιά με διαβήτη.

Μόνο ο Βασιλάκης είχε πέσει στα μαύρα τα πανιά. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, είχε μάθει μόνο να κλέβει από τα ψιλικατζίδικα. Και τώρα, ο πατέρας του ήθελε να τον βάλει να ανοίξει δικό του. Και τώρα, από ποιόν θα έκλεβε? Από τον εαυτό του? Αλλά ο Ανάργυρος ήταν ανένδοτος. Τον έβαλε μάλιστα να πηγαίνει και σε εκθέσεις για μίνι-μάρκετ και είδη ψιλικών στην Αθήνα, συνοδεία της Μερόπης φυσικά, για να τον προσέχει, μην έχουνε παρατράγουδα.

Μια νέα αρχή είχε ανατείλει, εκείνο τον Απρίλιο στο Ζευγολατιό.

Μέχρι που μια μέρα, μια βροχερή Πέμπτη, που οι Αργυρίου τρώγανε πάντα φακές, ο Ανάργυρος γύρισε από το καφενείο μουσκίδι. Ο παπαγάλος είχε μασουλήσει την ομπρέλα του κι έφαγε όλη τη μπόρα στο κεφάλι. Ούτε παπάρα στις φακές δεν άντεξε να κάνει.

Την επομένη, σήκωσε πυρετό κι είχε ένα βήχα παράξενο, σα δίσκος κοπής σε κοντραπλακέ θαλάσσης. Η Μερόπη πρότεινε να φωνάξουν τον γιατρό, αλλά ο Αργύρης ανένδοτος.

«Πάλι δε θα μου βρούνε τίποτα. Το έμαθα πλέον. Εγώ, στο είπα. Από τους γιατρούς τελείωσα. Θα μου περάσει».
Ο Αργύρης είχε νικήσει μια για πάντα την αρρωστοφοβία του.
Αλλά η μοίρα δεν έλεγε να τον ακολουθήσει σε αυτή την μεγάλη του υπέρβαση.

Δυο μέρες αργότερα, αρχίσανε διάρροιες και δυσκολία στην αναπνοή.

Τον μεταφέρανε στο Περιφερειακό Κορίνθου και από εκεί εσπευσμένα στο Γεννηματάς στην Αθήνα.

Εντατική.

Εκείνη τη μοιραία Τρίτη, την ώρα που κανονικά θα σερβίρονταν τα φασολάκια, Μερόπη και Βασιλάκης στεκόντουσαν στα πόδια του κρεβατιού του Ανάργυρου, στη ΜΕΘ του Γεννηματά, περιμένοντας εναγωνίως την διάγνωση του γιατρού, που γρατζούνιζε με τα νύχια του τις εξετάσεις. Μέσα από τη δίνη του πυρετού, ο Ανάργυρος με τα μάτια μισόκλειστα, μουρμούρισε «Δεν έχω τίποτα, έτσι γιατρέ?»
-Απεναντίας. Έχετε ενδοκαρδίτιδα, μυοκαρδίτιδα και εγκεφαλίτιδα. Τώρα μόλις, μου έφεραν και κάποια ακόμα αποτελέσματα. Να σας ρωτήσω κάτι. Έχετε στο σπίτι κάποιο πτηνό?

-Έχουμε κότες.
-Κι έναν παπαγάλο, ψέλλισε η Μερόπη.
– Έτσι εξηγείται. Δυστυχώς, πάσχετε από ψυττακίωση. Συχνή ασθένεια που συνδέεται με τους παπαγάλους. Αν διαγνωστεί έγκαιρα, ξεπερνιέται εύκολα. Εσείς το αφήσατε και σας δημιούργησε επιπλοκές.

– Μα από όλες τις αρρώστιες που δεν είχα ποτέ, ψυττακίωση βρήκα να πάθω? Και να πάθω και τις επιπλοκές? Δηλαδή, θα πεθάνω από τον παπαγάλο?

– Κύριε Αργυρίου, όλοι από κάτι θα πεθάνουμε. Να πεθάνεις και να είσαι υγιής, δε γίνεται. Μην τα θέλουμε κι όλα δικά μας. Αλλά θα το παλέψουμε. Τα επόμενα δύο 24ωρα είναι κρίσιμα.

Ο θείος Αργύρης πέρασε 20 μέρες στην εντατική και άλλον ένα μήνα στο νοσοκομείο. Τη γλίτωσε – για δεύτερη φορά στη ζωή του – από θαύμα. Αλλά οι γιατροί ήταν κάθετοι. Η ασθένεια τον είχε εξουθενώσει και είχε επηρεάσει καταλυτικά τα ζωτικά του όργανα. Θα έπρεπε να βρίσκεται υπό συνεχή παρακολούθηση. Γιατροί και τσεκ-απ κάθε μήνα. Απαρέγκλιτα.

Ένα δεύτερο come-back είχε συντελεστεί.

Ο θείος Ανάργυρος ξεκίνησε πάλι το τακτικό τουρ στους γιατρούς του, ο παπαγάλος – αφού έλαβε κι αυτός ισχυρή αντιβίωση – επέστρεψε για πάντα στον παπα-Γρηγόρη (με τη δικαιολογία ότι τον βρήκαν μόνο και άρρωστο στην παραλία στο Περιγιάλι), ο Βασιλάκης δε θα άνοιγε ποτέ ψιλικατζίδικο και η θεία Μερόπη δε θα πέρναγε ποτέ μια αρρώστια που να αρχίζει από ψι.

Οι προσευχές και των τριών έπιασαν τόπο.

Υ.Γ.1. Αναμένοντας τη ζωγραφιά του αδερφού Γιοκούς.

Υ.Γ.2. Μουσική Υπόκρουσις: Κάνω comeback – Άντζελα Δημητρίου

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

%d bloggers like this: